ΣΧΟΛΙΚΗ ΖΩΗ

«Γιατί;» Ένα άλλο τέλος στο διήγημα του Γιάννη Μαγκλή

Γράφτηκε από ΚατάTείχη

Ένα άλλο τέλος στο «Γιατί;» του Γ. Μαγκλή

Το διήγημα «Γιατί;» του Γιάννη Μαγκλή προέρχεται από τη συλλογή διηγημάτων «Δεν υπάρχουν αμαρτωλοί (1956). Είναι ολοφάνερος μέσα στο διήγημα ο παραλογισμός του πολέμου. Κάθε πολέμου, σε κάθε εποχή, μεταξύ όποιων αντιπάλων. Οι στρατιώτες δεν πεθαίνουν για κάποιο σκοπό, ονειρεύονται το τέλος του πολέμου, καθώς χάνουν κάθε ίχνος ανθρωπιάς στη διάρκειά του.

Οι μαθητές της Β΄ γυμνασίου δοκίμασαν (ως άλλοι λογοτέχνες) να δώσουν μια διαφορετική εξέλιξη και ίσως ένα διαφορετικό τέλος στο διήγημα αυτό!

Από το Λάζαρο Σταυρίδη

Από την πλαγιά είδε να κατεβαίνει ένας νέος άνθρωπος, στρατιώτης, εχθρός. Τόσο όμως νέος και τόσο αθώος φαινόταν, όπως κι αυτός. Ο «εχθρός» στεκόταν απέναντί του, τον κοιτούσε σκεπτικός. Στα χέρια του δεν υπήρχε όπλο. Κι εκείνος είχε κατέβει το λόφο για τον ίδιο λόγο. Για να πιει νερό και να ξαποστάσει για λίγο από τη μάχη. Θα είχε κι αυτός ίσως μια μητέρα που τον περίμενε, όπως η δική του, σκέφτηκε. Κάθισαν μαζί κι άρχισαν να μιλάνε. Αν τους έβλεπε κάποιος από μακριά θα νόμιζε πως ήταν φίλοι από χρόνια. Κι όμως μόλις είχαν συναντηθεί κι ευτυχώς το νεαρό της ηλικίας τους και η αγνότητα της ψυχής τους ξεπέρασε τις εμμονές του πολέμου! Θέλουν ειρήνη κι οι δυο. Θεωρούν άδικο να σκοτώνονται για ιδέες ή συμφέροντα, που μόνο οι «μεγάλοι» ξέρουν. Είναι άδικο να σκοτώνεις για χρήμα και δόξα. Ξέρουν ότι μόνο η ειρήνη αξίζει για τον άνθρωπο. Θέλουν να ζήσουν, να αγαπήσουν, να κάνουν οικογένεια και παιδιά. Οι ώρες περνούσαν και οι δυο νέοι καθισμένοι αντικριστά μιλούσαν για όλα αυτά. Η νύχτα πύκνωσε και τα δυο παλικάρια κατάλαβαν πως έπρεπε να χωρίσουν. Θα μπορούσαν να μιλούν ώρες ολόκληρες αλλά δυστυχώς έπρεπε να γυρίσουν ο καθένας στο στρατόπεδό του. Έδωσαν τα χέρια κι ευχήθηκαν η νύχτα αυτή να είναι η τελευταία του πολέμου. Ευχήθηκαν η μέρα που ξημέρωνε να τους οδηγούσε πίσω στην αγκαλιά της μητέρας τους. Κι έτσι πήραν την ανηφόρα της επιστροφής. Κοιτάζοντας κάπου κάπου προς το μέρος του άλλου ώσπου τίποτα πια δε φαινόταν.

Από τη Δάφνη Γκόγκα

Εξουθενωμένος απ’ τον πόνο και τα δάκρυα ο στρατιώτης αποκοιμήθηκε δίπλα στον νεκρό «αδελφό» του. Αλλά δεν ήταν ένας ξεκούραστος ύπνος. Όλη την νύχτα πετάγονταν κι ένιωθε ότι άκουγε μια κραυγή μέσα στο κεφάλι του «Γιατί, αδελφέ μου;» Πριν ξημερώσει καλά καλά, ξύπνησε καταϊδρωμένος. Πήρε στα χέρια του τον νεκρό στρατιώτη. Με δυσκολία τον σήκωσε στους ώμους του και παραπατώντας τον ακούμπησε κάτω από μια ελιά. «Εδώ θα τον θάψω», σκέφτηκε. Όπως μπορούσε, με τα χέρια, με το όπλο του, με ξύλα, έσκαψε  έναν τάφο για τον νεκρό. Τον έθαψε κι έριξε μέσα και το δικό του όπλο, αυτό το καταραμένο όπλο που τον σκότωσε. Η σκέψη είχε κολλήσει στο μυαλό του «Εγώ δεν πρόκειται να ξαναπιάσω όπλο στα χέρια μου. Ας με θεωρούν λιποτάκτη, ας με κυνηγήσουν κι ας με σκοτώσουν. Εγώ δεν πρόκειται να ξανακάνω κακό σε άνθρωπο». Με αυτές τις σκέψεις έσκυψε και φίλησε το χώμα του τάφου ψιθυρίζοντας «Ίσως ξανασυναντηθούμε κάποτε, αδελφέ μου». Μετά συνέχισε τον δρόμο του αμίλητος.

 Από την Μπελίντα Χασάνι

Πλάγιασε δίπλα στο νεκρό. Ξύπνησε τρομαγμένος, καθώς η σκηνή που πυροβόλησε το στρατιώτη επανήλθε στο μυαλό του. Ένας φριχτός εφιάλτης. Σηκώθηκε χωρίς να ξέρει τι να κάνει. Τελικά αποφάσισε να ανεβεί την ανηφόρα με βαριά την καρδιά. Από παντού ακουγόταν φωνές. Έψαχναν το νεκρό στρατιώτη. Ένιωθε τύψεις και τρομάρα. Σκέφτηκε να βγάλει το πιστόλι και να σημαδέψει την καρδιά του. Δεν άντεξε. Είπε την αλήθεια, ομολόγησε την πράξη του ελπίζοντας πως θα τον σκοτώσουν οι αντίπαλοι, για να μην ζει άλλο μ’ αυτόν τον ανείπωτο πόνο. Με μεγάλη έκπληξη ανακάλυψε πως δεν έγινε τίποτα. Τον έψαχναν οι δικοί του γιατί ήταν καλός στρατιώτης αλλά δεν απογοητεύτηκαν που δεν ζούσε. Τους έκλεβε τη «φήμη» εξαιτίας των στρατιωτικών του ικανοτήτων και δεν τον ήθελαν. Τελικά μάλλον ευχαριστήθηκαν που τον σκότωσε κάποιος άλλος! Ο φονιάς δεν μπορούσε να αντέξει ούτε τον πόνο του φονικού ούτε την σκληρότητα των συμπολεμιστών του νεκρού. Ο πόλεμος τον σκότωνε! Έδωσε τέλος στη ζωή του μην αντέχοντας τη θηριωδία του. Ο πόλεμος τελικά τον σκότωσε.

Από τη Σταυρούλα Πετρίδου

Έβλεπαν ο ένας τον άλλον από μακριά φοβισμένοι σχεδόν τρομοκρατημένοι. Και οι δύο έκαναν την ίδια κίνηση, να σηκώσουν το όπλο και να πυροβολήσουν τον αντίπαλο. Κάτι όμως μέσα τους τούς σταμάτησε. Κοιτάζει ο ένας τον άλλον και βλέπει ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του τη θλίψη και τον τρόμο του πολέμου. Και οι δύο άντρες κατέβασαν συγχρονισμένοι τα όπλα τους, λες και ήταν συνεννοημένοι. Κανείς δεν τολμάει να προτείνει τον όπλο του στον άλλον. Γιατί καταλαβαίνει πως ο αντίπαλος εκτός από ένας ετοιμοπόλεμος και καλός στρατιώτης είναι πάνω από όλα ένας απλός καθημερινός άνθρωπος, που είναι αναγκασμένος να ζει τις άθλιες και φρικιαστικές στιγμές του πολέμου. Και οι δύο δεν ξεχνούν πως ο πόλεμος τους φανατίζει περισσότερο και τους κάνει να λησμονούν πως είναι άνθρωποι με αισθήματα και δικαιώματα στη ζωή. Σκέφτονται λοιπόν πως η ζωή είναι μπροστά τους και πως δεν πρέπει να την χάσουν. Έχουν πολύ χρόνο μπροστά τους, έχουν πολλά να ζήσουν! Ο ένας από τους δύο στρατιώτες παίρνει την απόφαση να κάνει το πρώτο βήμα. Πλησιάζει τον αντίπαλό του, ο οποίος φοβισμένος, αρχίζει κιόλας να σφίγγει το όπλο πάνω του τρομοκρατημένος. Ο πρώτος στρατιώτης όμως καταφέρνει να τον πλησιάσει. Θέλει τόσο πολύ να επικοινωνήσει μαζί του! Αποφασίζει να του μιλήσει. Ήταν όμως τόσο διαφορετικές οι γλώσσας που μιλούσαν. Με τα μάτια και τα νοήματα καταλάβαιναν περισσότερα από ότι αν μιλούσαν. Ξαφνικά ήρθε μία ιδέα στον δεύτερο στρατιώτη. Να φύγουν, να εξαφανιστούν και να να αγωνιστούν ενάντια στον πόλεμο. Άρχισε να τραβάει τον πρώτο στρατιώτη από το χέρι. Τώρα που έχουν χρόνο και μες στο πυκνό σκοτάδι χωρίς φως μπορούν εύκολα να ξεφύγουν. Η νύχτα πλησιάζει. Και πράγματι τρέχουν στο κρύο και πυκνό δάσος σαν δύο φίλοι από παλιά που είχαν καιρό να ανταμώσουν. Τρέχουν σαν παιδιά, ξέγνοιαστα και χαρούμενα. Αυτή η στιγμή θύμισε και στους δυο τη θαλπωρή και την ασφάλεια πίσω στις χώρες τους, στα σπίτια τους, στις οικογένειές τους. Τους έφερε όμως στο μυαλό και την οδύνη του πολέμου και την πλύση εγκεφάλου που κάνει  στους ανθρώπους. Είναι τόσο απάνθρωπο και άδικο να αλληλοσκοτώνονται οι άνθρωποι! Εκείνο το βράδυ ήταν η αρχή και το τέλος μιας φιλίας. Εκείνο το βράδυ ήταν μοιραίο και για τους δυο στρατιώτες. Σήμαινε την αυγή μιας καινούργιας μέρας, ενός καλύτερου αύριο. Σήμαινε την ένωση και την ειρήνη όλων των λαών του πλανήτη. Ήταν το τελευταίο βράδυ της ελπίδας. Εκεί στα σκοτεινά, κάποιοι άλλοι στρατιώτες τους βρήκαν και τους εκτέλεσαν εν ψυχρώ μες στο σκοτάδι.

Από το Γιώργο Παπαδόπουλο

Μετά από μερικά λεπτά, τρομαγμένος, ο στρατιώτης αποφάσισε να πάρει το φτυάρι και να σκάψει ένα λάκκο για να θάψει το νεκρό στρατιώτη. Πράγματι ξεκίνησε να σκάβει λίγα μέτρα πιο πέρα από την πηγή που τον σκότωσε. Σε λίγο ο λάκκος ήταν έτοιμος και έβαλε μέσα το νεκρό στρατιώτη. Μόλις πήγε να ρίξει την πρώτη φτυαριά όμως έγινε κάτι παράξενο. Μια λάμψη δυνατή φώτισε την πηγή! Ο νεαρός στρατιώτης πήγε να δει τι συμβαίνει. Όντως το νερό της πηγής έλαμπε, λες κι ήταν μαγικό. Έβαλε τα χέρια του μέσα στο νερό και διαπίστωσε πως μερικά τραύματα που είχε στα χέρια εξαφανίστηκαν. Τρελός από χαρά έτρεξε κι έφερε το νεκρό στρατιώτη δίπλα στην πηγή.  Με αγωνία έριχνε νερό, ξεπλένοντας τις πληγές του στρατιώτη. Και ως εκ θαύματος ο νεκρός στρατιώτης άνοιξε τα μάτια του κι επέστρεψε στη ζωή!

Οι δύο στρατιώτες αγκαλιάστηκαν κι έκλαιγαν με αναφιλητά. Αποφάσισαν να φύγουν μακριά από τον πόλεμο και να γυρίσουν στα σπίτια τους. Μετά από λίγο καιρό ο καταραμένος πόλεμος τελείωσε με μια συνθήκη ειρήνης, που υπέγραψαν οι δυο εμπόλεμες χώρες.  Οι στρατιώτες συνέχισαν τη ζωή τους, παντρεύτηκαν, έκαναν παιδιά.  Παρέμειναν φίλοι αχώριστοι για πάντα και αποφάσισαν, για να μην ξεχάσουν το γεγονός εκείνο, να επισκέπτονται μία φορά το χρόνο την πηγή που τους «χάρισε» τη ζωή.

Από την Αθανασία Σουγιελτζή

Ο στρατιώτης κοίταξε με τρόμο κι απελπισία τον πεσμένο κάτω στρατιώτη. Τι έκανε; Πώς μπόρεσε να τον πυροβολήσει;  Έτρεμε καθώς έτρεχε μετανιωμένος προς το μέρος του. Ξαφνικά παρατήρησε πως υπήρχε πολύ κοντά τους ένα εγκαταλελειμμένο καταφύγιο. Ήταν ένα ξεχασμένο καταφύγιο που έμοιαζε με ιατρείο, καθώς ήταν γεμάτο γάζες, φάρμακα και ιατρικά εργαλεία. Φαίνεται το εγκατέλειψε κάποιο προηγούμενο τάγμα στη βιασύνη του να φύγει. Μετέφερε γρήγορα το στρατιώτη εκεί  κλαίγοντας και παρακαλώντας να είναι ακόμα ζωντανός. Προσπάθησε με όλη του τη σωματική και ψυχική δύναμη να τον «αναστήσει». Και τα κατάφερε.

Ο πόλεμος σταμάτησε και ο χρόνος βρήκε τους δυο στρατιώτες φίλους κι αγαπημένους. Δεν άφησαν ποτέ ο ένας τον άλλο. Ζούσαν σαν αδέρφια κι όταν παντρεύτηκαν και τα παιδιά τους έγιναν οι καλύτεροι φίλοι, με πρότυπο τους γονείς τους. Δεν σταμάτησαν να αγωνίζονται και να παλεύουν, με όποιο τρόπο μπορούσαν, για την αποφυγή του πολέμου. Είχαν καταλάβει με το πιο σκληρό μάθημα ότι ο πόλεμος αφήνει τραύματα, όχι μόνο σωματικά αλλά και ψυχικά!

Σχετικά με τον αρθρογράφο

ΚατάTείχη

Αφήστε Σχόλιο