ΒΗΜΑ ΜΑΘΗΤΩΝ

Μέτρα αυτοπροστασίας με τη Λογοτεχνία, για να μείνουμε «ασφαλείς»…

Γράφτηκε από ΚατάTείχη

Η καταστροφή του περιβάλλοντος, οι ανθρώπινες επιλογές και οι συνέπειές τους ήταν το κέντρο της συζήτησης στο Β2, μετά την επιστροφή μας στο σχολείο λόγω του κορονοϊού, στο πλαίσιο του μαθήματος της Λογοτεχνίας. Δύο διηγήματα λοιπόν επιστημονικής φαντασίας…το αποτέλεσμα!

Ο δικός μας τρόπος να αντιμετωπίσουμε την κλιματική αλλαγή/κρίση και να αυτοπροστατευτούμε!

Τα τανκς που δεν ήθελαν τον πόλεμο…

Κάποτε σε ένα μυστικό εργαστήριο στην Κρήτη, ένας επιστήμονας κατασκεύαζε τανκς  για τον πόλεμο στη Συρία. Για κακή του τύχη σύνδεσε κάτι καλώδια λάθος και τα τανκς  που έφτιαξε μιλούσαν με ανθρώπινη φωνή αλλά στη ρωσική γλώσσα.

Όταν αργά το βράδυ τα φώτα στο εργαστήριο έσβηναν τα τανκς συζητούσαν μεταξύ τους και λέγανε:

-Αυτός ο άνθρωπος θέλει να μας στείλει στον πόλεμο.

– Μα, τι είναι πόλεμος;

– Πόλεμος είναι όταν δύο χρώματα μάχονται ποιο θα νικήσει.

– Άρα, θα πάμε να δούμε αγώνα ζωγραφικής;

– Όχι βρε! Άνθρωποι ματώνουν και μάλιστα με όπλα.

– Με όπλα;

– Ναι, με όπλα.

– Επομένως, στον πόλεμο οι άνθρωποι πεθαίνουν;

– Δυστυχώς, ναι!

Τα τανκς, αφού λυπημένα το συζητούσαν όλο το βράδυ, προσπάθησαν να βρουν μια λύση. Δεν ήθελαν να σκοτωθεί κανείς.  Μετά από ολονύκτια κουβέντα αποφάσισαν να μην πάρουν μέρος στον πόλεμο. Κάθε φορά που ένας στρατιώτης τα έβαζε «μπρος», αυτά αντί να προχωρήσουν μπροστά, χαιρετούσαν.

Κάπως έτσι, κατάφεραν να σωθούν πολλοί άνθρωποι, που ήταν αθώοι, και που αν άκουγαν τη συζήτηση μεταξύ των τανκς, θα χαμογελούσαν σίγουρα με ευγνωμοσύνη!

Από τη Δήμητρα Μάντη

Πριν να είναι αργά…

Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα μικρό χωριό της Γερμανίας, το Βίντεν, ζούσε μια οικογένεια, οι Ντόμπλερ. Ο κύριος και η κυρία Ντόμπλερ είχαν τρία παιδιά. Την Μάρθα και τον Νόα, δυο 16χρονα δίδυμα και τον Μίκελ, που ήταν 10 ετών. Κάθε πρωί ο Νόα και η Μάρθα συναντιούνταν με τον φίλο τους τον Τζόνας για να πάνε μαζί στο σχολείο. Τον  Μικέλ, επειδή ήταν ο μικρός της οικογένειας, τον πήγαινε στο  σχολείο ο κύριος Ντόπλερ, καθώς πήγαινε και αυτός τη δουλειά του. Ο κύριος Ντόπλερ ή αλλιώς Ούρλιχ, ήταν γνωστός στο Βίντεν , ως ο αρχηγός της αστυνομίας και η γυναίκα του η Χάνα ήταν η δήμαρχος του χωριού. Θα έλεγε κάνεις πως ήταν η τέλεια οικογένεια!

Μια βροχερή μέρα καθώς ο Τζόνας, η Μάρθα και ο Νόα πήγαιναν προς το σχολείο, είδαν μία ανακοίνωση που έγραφε πως στο δάσος του Βίντεν θα χτιζόταν ένα πυρηνικό εργοστάσιο. Τα παιδιά άρχισαν να αναρωτιούνται τις συνέπειες που θα υπάρξουν εάν καταστρέψουν το δάσος για να φτιαχτεί το εργοστάσιο και τους κινδύνους που εμπεριέχει η ίδια η λειτουργία του εργοστασίου.  Συζητούσαν κάτι τέτοια θέματα στο σχολείο… Σε όλη τη διαδρομή τα παιδιά θυμόταν τις αναμνήσεις που έχουν σε αυτό το δάσος από τότε που ήταν πολύ μικρά σε ηλικία. Αναμνήσεις όμορφες, καθώς το δάσος πάντα τους πρόσφερε χαρά και παιχνίδι, χωρίς τσιγκουνιά!

Μόλις έφτασαν στο σχολείο όλα τα παιδιά έμοιαζαν πολύ δυσαρεστημένα, γιατί προφανώς όλοι είχαν δει την ανακοίνωση αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι για να σταματήσουν την κατασκευή του. Η διευθύντρια του εργοστασίου ήταν η κυρία Τίντερμαν, η πιο πλούσια και ισχυρή γυναίκα στο Βίντεν. Η κυρία Τίντερμαν είχε μονάχα ένα γιο, που του είχε μεγάλη αδυναμία, η μόνη αδυναμία της! Ο άντρας της είχε πεθάνει, όταν ο γιος της, ο Σεμπάστιαν, ήταν ακόμα μωρό. Από τότε ήταν πολύ «στριμμένη» και ποτέ δεν έδειχνε τα συναισθήματά της, σε κανέναν ούτε καν στο γιο της. Αναρωτιόταν όλοι αν είχε συναισθήματα.

Οι μέρες περνούσαν και ο Τζόνας, ο Νόα και η Μάρθα καθόταν κάθε μέρα πάνω από τις σπηλιές του δάσους παρέα με το σκύλο του Τζόνας παρακολουθώντας την κατασκευή του εργοστασίου. Μια μέρα, καθώς βρίσκονταν σε ένα σημείο με πανοραμική θέα και συζητούσαν,  άρχισε ένας δυνατός αέρας και ξαφνικά ακούστηκε ένας ισχυρός ήχος. Ο σκύλος του Τζόνας, ο Χέλγκε, τρόμαξε και έτρεξε κατευθείαν μέσα στις σπηλιές. Τα παιδιά προσπάθησαν να τον κρατήσουν αλλά δεν τα κατάφεραν. Υπήρχαν φήμες πως όποιος μπαίνει βαθιά στις σπηλιές  δεν ξαναβγαίνει ζωντανός και ο σκύλος είχε μπει αρκετά βαθιά, αν  σκεφτεί κανείς ότι το γάβγισμα του σταμάτησε να ακούγεται! Τα παιδιά ήταν πολύ φοβισμένα αλλά δεν μπορούσαν να αφήσουν τον Χέλγκε μόνο του, ειδικά ο Τζόνας. Έτσι πήραν την απόφαση να διακινδυνεύσουν να μπουν στις σπηλιές.

Καθώς προχωρούσαν όλο και πιο βαθιά, το φως του ήλιου χανόταν και ο ήχος του δυνατού αέρα εξαφανιζόταν. Γινόταν όλο και πιο σκοτεινά και τα παιδιά χρησιμοποίησαν τα κινητά τους για να βλέπουν. Όσο προχωρούσαν προς την καρδιά της σπηλιάς το φως των κινητών τους μειωνόταν, ώσπου στο τέλος έκλεισε,  άγνωστο γιατί. Ξαφνικά είδαν μια παλιά πόρτα. Τα παιδιά κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και ο Νόε έσπευσε να την ανοίξει. Η Μάρθα, η οποία ήταν λίγο τσιμπημένη με τον Τζόνας, έμεινε πίσω του. Η πόρτα έκλεισε απότομα και τότε άρχισε ένας πολύ δυνατός αέρας. Μετά από μερικά βήματα βρέθηκαν πάλι στην είσοδο της σπηλιάς, όμως κάτι παράξενο είχε συμβεί…

Τα δέντρα δεν υπήρχαν, χορτάρι δεν φαινόταν πουθενά και όλα στο δάσος έμοιαζαν νεκρά. Τα παιδιά πήγαν στο σημείο που καθόντουσαν πριν από λίγο παρακολουθώντας την ανέγερση του εργοστασίου και ξαφνικά είδαν μπροστά τους το πυρηνικό εργοστάσιο μισοκατεστραμμένο.. Άρχισαν να αναρωτιούνται τι συμβαίνει, πώς το εργοστάσιο χτίστηκε τόσο γρήγορα και γιατί ήταν ήδη μισογκρεμισμένο. Πρόσεξαν πως στον ουρανό δεν υπήρχε ίχνος πουλιού αλλά ούτε και κάποιο άλλο ζώο φαινόταν στο δάσος. Έτρεξαν τότε προς το χωριό για να βρουν τους γονείς τους, όμως πουθενά δεν φαινόταν κανένας άνθρωπος. Στους δρόμους κυκλοφορούσαν σκυλιά και γάτες, αρκούδες και λύκοι, και το παράξενο ήταν πως όλα τα ζώα μιλούσαν και περπατούσαν σαν κανονικοί άνθρωποι. Όσο για τα πουλιά, είχαν μετατραπεί σε κατοικίδια των άλλων ζώων.

Ένας Αρκούδος μέσα στο ταχυδρομικό αμάξι παρέδωσε την εφημερίδα της Κυριακής στο σπίτι του Νόα και της Μάρθας. Τα παιδιά ήταν κρυμμένα πίσω από κάτι κάδους και παρακολουθούσαν το θέαμα απολύτως μπερδεμένα. Ο Νόα έτρεξε γρήγορα προς το σπίτι, πήρε την εφημερίδα και επέστρεψε πάλι πίσω στα άλλα δύο παιδιά. Κανείς δεν τον είδε. Άνοιξε την εφημερίδα και άρχισε να την διαβάζει μήπως και καταλάβει τι συνέβη. Όλα στην εφημερίδα ήταν φυσιολογικά, μόνο που οι άνθρωποι δεν αναφερόταν πουθενά και το ρόλο τους είχαν πάρει τα ζώα. Ο Τζόνας ξαφνικά έβαλε το χέρι του πάνω στην εφημερίδα. Η Μάρθα τον κοίταξε μπερδεμένη και κάπως ενοχλημένη από τη συμπεριφορά του. Όμως αυτός της έδειχνε την ημερομηνία της εφημερίδας. Κάτι παράξενο γινόταν. Η ημερομηνία έλεγε: Ιούνιος του 2053. 33 χρόνια μετά; Πώς ακριβώς συνέβη; Γιατί βρέθηκαν 33 χρόνια μετά και πού είναι οι οικογένειές τους; Τότε ένας τύπος τους τράβηξε προς το μέρος του. Τους είπε να τον ακολουθήσουν και τους οδήγησε μέσα σε μια αποθήκη, στην οποία φαίνεται να έμενε. Τα παιδιά τον ρώτησαν ποιος ήταν και τότε έβγαλε τη μάσκα και το παλτό και είδαν… Η κυρία Τίντερμαν, μόνο που ήταν αρκετά γριά και είχε κάποιες παραμορφώσεις ανεξήγητες στο πρόσωπό της. Άρχισαν να την ρωτούν πού βρίσκονται, πώς και γιατί είναι έτσι το Βίντεν. Ακόμη και αυτή δεν ήξερε τίποτα για την πόρτα στη σπηλιά, όμως είχε καταλάβει πως τα παιδιά ερχόταν από το παρελθόν και ήταν συμμαθητές του γιου της. Τους είπε να καθίσουν για να προσπαθήσει να τους διηγηθεί τι είχε συμβεί. Η Μάρθα κάθισε και ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του Τζόνας και αυτός την αγκάλιασε τρυφερά.  Ο Νόα κάθισε δίπλα στην κυρία Τίντερμαν,  έτοιμος να μάθει τι είχε συμβεί.

Όλα ξεκίνησαν, όπως πληροφορήθηκαν,  όταν το εργοστάσιο χτίστηκε και λειτουργούσε, το 2025, δηλαδή πέντε χρόνια μετά την αρχή της κατασκευής του. Ήταν τεράστιο και οι δουλειές πήγαιναν πολύ καλά. Η κυρία  Τίντερμαν όμως είχε αποθηκεύσει στο κάτω μέρος του εργοστασίου μεγάλη ποσότητα πυρηνικών αποβλήτων. Μόνο η ίδια και λίγοι έμπιστοι εργάτες γνώριζαν για αυτό. Μέχρι που για λόγους ασφαλείας έπρεπε να μεταφερθεί όλη αυτή η ποσότητα σε ασφαλέστερο μέρος, για να γίνει ανακαίνιση στο εργοστάσιο. Καθώς λοιπόν τη μετέφεραν, προκλήθηκε ένα ατύχημα που δημιούργησε πυρηνική έκρηξη. Όλοι οι κάτοικοι στο Βίντεν πέθαναν εκτός από την κυρία Τίντερμαν , η οποία βρισκόταν στο πιο ασφαλές αλλά όχι και τόσο αδιαπέραστο δωμάτιο. Έτσι γλίτωσε από το θάνατο αλλά το πρόσωπό της είχε παραμορφωθεί ανεπανόρθωτα! Μόλις βγήκε από το δωμάτιο παρατήρησε πως το Βίντεν  είχε αλλάξει και τα ζώα είχαν ανθρώπινη νοημοσύνη. Όμως δεν ήταν όλα τα ζώα χαρούμενα για αυτό. Έτσι, όταν κατάλαβαν πως η κυρία Τίντερμαν ζει, την δίκασαν και την καταδίκασαν σε θάνατο, θεωρώντας την υπεύθυνη για όσα συνέβησαν.

Τα παιδιά μόλις άκουσαν τι είχε συμβεί τρόμαξαν. Η κυρία Τίντερμαν τους παρακάλεσε, επιστρέφοντας στο παρόν, να σταματήσουν την κατασκευή αυτού του εργοστασίου, όσο είναι ακόμα νωρίς. Ήταν η πρώτη φορά που τα παιδιά την έβλεπαν τόσο φοβισμένη και αναστατωμένη ή μάλλον, για να είμαστε ειλικρινείς, ήταν η πρώτη φορά που εξέφραζε τα συναισθήματά της. Τα παιδιά βέβαια ήξεραν πως για να πείσουν την κυρία Τίντερμαν της δικής τους εποχής χρειαζόταν αποδείξεις. Έτσι έβγαλαν σε βίντεο όσα άκουσαν και φυσικά πήραν την εφημερίδα μαζί τους. Καθώς βάδιζαν στη σπηλιά προσπαθώντας να βρουν την πόρτα για να γυρίσουν πίσω αναρωτιόταν πόσο ακόμα θα άντεχε η κυρία Τίντερμαν ζωντανή σε αυτόν τον απαίσιο κόσμο.

Όταν πέρασα την πόρτα της σπηλιάς και εμφανίστηκαν πάλι στην εποχή τους, τα παιδιά χάρηκαν τόσο πολύ που άρχισαν να πανηγυρίζουν  και να αγκαλιάζονται μεταξύ τους. Δεν κράτησε όμως για πολύ η χαρά τους. Έπρεπε να πάνε να βρούνε την κυρία Τίντερμαν. Μόλις την βρήκαν, της είπαν τι είχε συμβεί, όμως εκείνη δεν το πίστεψε, γι αυτό της έδειξαν το βίντεο και την εφημερίδα, ως αποδεικτικά στοιχεία. Τότε επιτέλους η κυρία Τίντερμαν  κατάλαβε αλλά ήταν εντελώς μπερδεμένη και δεν ήξερε τι να κάνει. Τα παιδιά της είπαν πως πρέπει να σταματήσει αμέσως την κατασκευή του εργοστασίου γιατί μέσα σε όλους αυτούς που θα πέθαιναν θα  ήταν και ο μοναχογιός της, η αδυναμία της. Επιτέλους βρήκαν το αδύνατο σημείο της! Χωρίς δεύτερη σκέψη ανακοίνωσε πως το εργοστάσιο δεν θα ολοκληρωθεί, όσο ζει αυτή. Ο Νόα, η Μάρθα και ο Τζόνας της ζήτησαν να κρατήσει μυστικό το πέρασμά τους στο μέλλον και την πόρτα στη σπηλιά.

Τα παιδιά την ευχαρίστησαν και όλα γύρισαν πάλι στο παρελθόν, στο δικό τους παρελθόν, όπως ήταν πριν. Μόνο που ο σκύλος του Τζόνας, ο Χέλγκε, είχε χαθεί. Η Μάρθα έβλεπε πόσο του έλειπε, γι αυτό του πήρε δώρο στα γενέθλιά του ένα σκύλο, που του έμοιαζε πολύ, αν και ήξερε πως τίποτα δεν θα μπορούσε να αναπληρώσει τον αγαπημένο του Χέγκελ.

Οι τρεις φίλοι χαρούμενοι δεν ανέφεραν ποτέ ξανά και σε κανέναν ό,τι είχε συμβεί. Η πόρτα όμως στις σπηλιές υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει, για πολύ καιρό ακόμα…

Σχετικά με τον αρθρογράφο

ΚατάTείχη

Αφήστε Σχόλιο