ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ - ΤΕΧΝΗ

Ο ΘΩΜΑΣ ΚΟΡΟΒΙΝΗΣ «ΚΑΤΑ…ΤΕΙΧΗ» ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΜΑΣ

Γράφτηκε από ΚατάTείχη

Υποδεχθήκαμε το Θωμά Κοροβίνη στο 1ο Γυμνάσιο Συκεών, την Τετάρτη 20 Απριλίου. Είχαμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε το συγγραφέα, στιχουργό,  συνθέτη, ποιητή, τραγουδοποιό, φιλόλογο Θωμά Κοροβίνη και να μοιραστούμε σκέψεις και προβληματισμούς για ζητήματα που μας απασχολούν. Οι δημοσιογράφοι της σχολικής μας εφημερίδας «κατά…τείχη» είχαν την «τύχη» να συναντήσουν τη Θεσσαλονίκη, την Πόλη, τους πρόσφυγες του χθες και του σήμερα, τη λογοτεχνία, την ποίηση… μέσα από τη ματιά του Θωμά Κοροβίνη.

Μας χαροποίησε ιδιαίτερα που αισθάνθηκε «ζεστά» μαζί μας. Μας βρήκε πολύ ζωντανό ακροατήριο. Σε κάποια στιγμή μάλιστα μας είπε: «Συγκινούμαι, έχω πολύ καιρό να μπω σε τάξη και μου ‘λειψε». Ήταν άμεσος κι απλός. Μας παρότρυνε να κάνουμε ερωτήσεις, να μην ντρεπόμαστε. Μας έδινε το λόγο για να απευθύνουμε τα ερωτήματα… Χαρούμενος αναφώνησε: «πολλή συμμετοχή εδώ», «πολλές ερωτήσεις», «μεγάλη πελατεία, βλέπω». Και με δικαιοσύνη :«Εσύ πήρες ξανά το λόγο», «Εσύ δεν ακούγεσαι, να μιλάς με την ψυχή σου». Σ’ ευχαριστούμε Θωμά Κοροβίνη για τη γλυκιά και ζεστή κουβέντα που είχαμε! Εμείς κερδίσαμε πολλά. Ελπίζουμε και σεις να κερδίσατε κάτι από τη συνεύρεσή μας!

Ξεκινήσαμε με την υποδοχή που του έκανε η κυρία Χαρά Καραγιαννακίδου, συνάδελφός του στο διαπολιτισμικό Ευόσμου. Ακολούθησε ένα σύντομο βιογραφικό. Κατόπι προβάλαμε ένα βιντεάκι με την εργογραφία του. Συνεχίσαμε με ανάγνωση αποσπασμάτων, που διάβασαν μαθητές, από το «γύρο του θανάτου» και περάσαμε στη συζήτηση/συνέντευξη από τους μαθητές/-τριες της σχολικής μας εφημερίδας «Κατά…τείχη».

Με αφορμή το νέο του μυθιστόρημα «Κατάδεσμος», που είναι αρκετά αθυρόστομο,  μας είπε πως ευτυχώς πέρασε ο καιρός της λογοκρισίας από την Ελλάδα. Στο παρελθόν ήταν πολλές οι προσπάθειες που έγιναν να φιμωθεί ο λόγος, η ελεύθερη έκφραση. Για παράδειγμα το γνωστό τραγούδι «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι» ένα λογοκριμένο τραγούδι με πολιτική και κοινωνική διάσταση.

Αναφερόμενος στο λαϊκό συγκρότημα  στο οποίο συμμετέχει «ανατολίτικος σεβντάς»,  μας εξήγησε τη σημασία της λέξης: υπέρτατος βαθμός ερωτικού πάθους. Είναι πολύ φυσικό σε χώρες, μας είπε, με πλούσια λαϊκή παράδοση, όπως η Τουρκία και η Ελλάδα να βρίσκουμε εννοιολογικές διαβαθμίσεις μιας λέξης. Άλλο είναι για παράδειγμα να πεις «φίλος» κι άλλο «αδελφός» ή «καρντάσι».

Πολύ περήφανος και χαρούμενος μας μίλησε για τη συνάντηση λογοτεχνών, συγγραφέων που οργανώνει κάθε χρόνο το καλοκαίρι στο κτήμα του, σ’  ένα χωριό έξω από το Βόλο. Κάθε χρόνο με ένα διαφορετικό θέμα. Άλλες φορές είχε θέμα τον Καβάφη, την Κωνσταντινούπολη, το λαϊκό τραγούδι. Φέτος, μας εξομολογήθηκε, θα είναι μια σκυταλοδρομία ερωτικού λόγου, ένας συνειρμός λογοτεχνικού λόγου και μουσικής. Θα υπάρχουν αφηγήσεις ποίησης, λογοτεχνίας, δοκιμίου και ενδιάμεσα μουσική. Θεωρεί καθήκον του ν’ ανεβάσει το επίπεδο πολιτισμού αυτής της πόλης και με ατομική και με συλλογική συμβολή. Δεν χρειάζονται εκατομμύρια για να κάνουμε πολιτισμό, είπε χαρακτηριστικά. Πολύ σημαντική είναι η μέθεξη ανάμεσα στον κόσμο, που έρχεται ακούει, παρακολουθεί, τραγουδάει.

Απευθυνόμενος σε μας τους μαθητές μας συμβούλεψε να είμαστε πρωτοποριακοί, μαχητικοί και διεκδικητικοί!

Ακολουθεί απόσπασμα από τη συνέντευξη/συζήτηση. Οι μικροί δημοσιογράφοι της εφημερίδας «κατά…τείχη» πρωταγωνιστές στην εκδήλωση «Ο Θωμάς Κοροβίνης κατά… τείχη στο σχολείο μας»!

 

-Πώς γράφετε; Ξεκινάτε από μια ιδέα; Στη διαδρομή σας έρχονται κι άλλες ιδέες;

Κάθε είδους έργου έχει διαφορετική δομή. Για τα καθαρά λογοτεχνικά έργα όπως το διήγημα και το μυθιστόρημα χρειάζεται μια δομή. Αλλά από κάπου ξεκινάς.  Στον «Γύρο του Θανάτου» ασχολήθηκα με την υπόθεση Παγκρατίδη και νομίζω τον δικαίωσα λογοτεχνικά και κοινωνικά. Αυτή η περίπτωση, όπως και η δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη, ήταν δυο χτικιά, δυο φαντάσματα της πόλης που έπρεπε να δικαιωθούν. Χρόνια πριν ο Βασίλης Βασιλικός ανέδειξε την υπόθεση Λαμπράκη και πώς το παρακράτος μπορούσε να κανονίζει τις πολιτικές τύχες, τις τύχες των ανθρώπων. Αφορμή, λοιπόν για να γράψεις, η έμπνευση της «κυρίας»  Μούσας, που έρχεται όποτε θέλει. Κατόπιν ακολουθεί η επεξεργασία. Ποτέ, μου έλεγε ο φίλος μου ο Ντίνος Χριατιανόπουλος, δε θα βγαίνεις από το σπίτι χωρίς στυλό και χαρτί. Όντως η Μούσα δεν σε ρωτάει πότε θα σε επισκεφθεί. Πρέπει λοιπόν να είσαι παρατηρητικός.  Αλλά το οπλοστάσιό σου είναι πολλά: το βίωμα, το ταλέντο, τι σε καθορίζει κοινωνικά, το περιβάλλον σου, κατά πόσο ο ίδιος είσαι φιλέρευνος κι ανθρωποκεντρικός, οι δάσκαλοί σου, η πολιτική και κοινωνική ανησυχία. Όλα αυτά και κυρίως η σκληρή δουλειά. Μισώ προσωπικά την τεμπελιά, την απραξία, την αεργία. Είχα την τύχη να γνωρίσω σημαντικούς ανθρώπους όπως η Διδώ Σωτηρίου αλλά και σημαντικούς δασκάλους. Πήρα πολλά από τους ηλικιωμένους ανθρώπους. Η Θεσσαλονίκη μετά τη δικτατορία ήταν πρωτοπόρα. Μετά πέρασε σ’  έναν Μεσαίωνα. Μας έθλιψε αυτό πάρα πολύ. Η Θεσσαλονίκη όπως κι η Κωνσταντινούπολη είναι ένας πόλος έλξης. Τώρα κάπως αναπνέουμε.

-Πώς βλέπετε τη νέα γενιά; Μπορεί ν’ αλλάξει αυτήν τη χώρα;

Αυτό που μπορούμε να κάνουμε, πρέπει να το κάνουμε και να μην αποθαρρυνθεί κανείς. Οι νέοι δεν πρέπει να αφήνετε τους άλλους να σας απαξιώνουν. Μην τους δίνετε σημασία. Βρείτε τα στοιχεία της προσωπικότητάς σας που θα σας βοηθήσουν να χτίσετε έναν εαυτό δυναμικό. Ούτε ο έρωτας μας σώζει, ούτε τα παιδιά μας, ούτε οι φίλοι μας, είναι σπουδαίο πράγμα βέβαια. Όλα αυτά μας συμπληρώνουν. Η οργάνωση της προσωπικότητας πρέπει να είναι πρωταρχική. Μην αφήσετε κανέναν να σας αδικήσει και μη μασάτε σ’  αυτούς που θα προσπαθήσουν να σας εξευτελίσουν. Τη νεολαία, κυρίως του πανεπιστημίου, τη βλέπω λίγο αδιάφορη, ναρκωμένη και δε μ’ αρέσει. Θέλω πιο ξύπνια και δραστήρια παιδιά, πιο μπροστάρηδες και στην κοινωνική ζωή και στα κινήματα και στις ιδέες και στην τέχνη και παντού. Εδώ οι καιροί μας καλούν να είμαστε άγρυπνοι και μαχητικοί. Οι νέοι πρέπει να δώσουν τον τόνο, για να ενισχύσουν και μας τους μεγαλύτερους.

– Ως λαός ζήσαμε την προσφυγιά, τη βία, τον πόλεμο πολλές φορές στο παρελθόν. Μάλιστα αναφέρεστε στο βιβλίο σας, το «’55», στο πογκρόμ εναντίον των Ελλήνων της Κων/πολης. Σήμερα έχουμε πρόσφυγες στην Ελλάδα. Τους έχετε δει, τους έχετε επισκεφτεί; Σας ενδιαφέρουν; Παρακολουθείτε τις ιστορίες τους, τη ζωή τους; Τι ρόλο παίζουν, νομίζετε στη δική μας ζωή; Θα μπορούσαν οι πρόσφυγες που ζουν σήμερα στην Ελλάδα να είναι μελλοντικοί ήρωες στα έργα σας;

Είναι ένα θέμα που μας απασχολεί όλους. Είναι κεντρικό και καθοριστικό για τη ζωή μας, κι όσοι ακόμα το βλέπουν αρνητικά. Η προσφυγιά υπάρχει από την αρχαιότητα. Μετακινήσεις, σφαγές, γενοκτονίες, πολιτικοί διωγμοί, για οικονομικούς λόγους, για να ζήσουν οι άνθρωποι. Η ιστορία της ανθρωπότητας. Η Θεσσαλονίκη ειδικά είναι προσφυγομάνα και πονεμένη πολιτεία. Το πρόσωπο της λαϊκής Θεσσαλονίκης διαμορφώθηκε από την εβραϊκή κοινότητα και από τους πρόσφυγες, που ήρθαν με την ανταλλαγή των πληθυσμών. Η προσφυγιά ειδικά για τη Θεσσαλονίκη είναι επικαθοριστική.  Ο λαϊκός της χαρακτήρας όμως τώρα, λυπάμαι που το λέω, χάθηκε. Συμμετέχω σε εκδηλώσεις για τους πρόσφυγες. Όμως οι πολλές φιλευσπλαχνίες δε μ’ αρέσουν. Δεν ξεμπερδεύουμε το χρέος μας απέναντι στην τρέχουσα ιστορία με φιλανθρωπίες. Φοβάμαι ότι αν πάω στην Ειδομένη, θα καταρρεύσω, δεν αντέχω τον προσωπικό πόνο. Δεν αντέχω τον τόσο πόνο αν και είμαι άνθρωπος πολύ ψημένος. Θα μου πεις οι άλλοι πώς αντέχουν; Εε… Χρέος όμως για την προσφυγιά έχουμε. Και να μην ξεχνάμε ότι δουλειά μας είναι να σταματήσουμε τον πόλεμο, όχι απλά να βοηθήσουμε τους πρόσφυγες, να δούμε τις ρίζες του. Οι απόψεις για το πώς πρέπει ν’ αντιμετωπιστεί είναι ποικίλες. Όσο για το αν θα γράψω για τους πρόσφυγες… Δεν είμαι της τρέχουσας πραγματικότητας. Θέλω ν’ αποστάξουν τα πράγματα. Μπορεί μετά από 15, 20 χρόνια κάτι να γράψω!

– Θεσσαλονίκη, η πόλη μας! Ζείτε στη Θεσσαλονίκη, μιλάτε για τη Θεσσαλονίκη, για τους ανθρώπους της, συμμετέχετε ενεργά στη ζωή της πόλης, σε ομιλίες, σε εκδηλώσεις, τραγουδάτε σε μαγαζιά της… Αγαπάτε, συμπεραίνουμε την πόλη. Τι σημαίνει για σας αυτή η πόλη, τα πρόσωπα, οι άνθρωποι; Θα αφήνατε τη Θεσσαλονίκη να ζήσετε σε μια άλλη πόλη, στην Κωνσταντινούπολη;

Κοίταξε, ο καθένας πονάει τον τόπο του. Η Θεσσαλονίκη είναι μια μεγάλη πόλη, δεν είναι όμως αχανής. Δεν είναι εντελώς απάνθρωπη. Είναι καλή στη συνύπαρξη. Έχει επίσης μια σπουδαία ιστορία. Απ’ τη μια την αγαπώ αλλά υπάρχουν και πολλά που δεν μ’ αρέσουν. Έχω χάσει πια τις αναφορές μου, έχουν χαθεί τα στέκια μου. Αλλά πρέπει να πονάμε την πόλη μας, να την στηρίζουμε, να την αγαπάμε. Εγώ αγαπώ τη λαϊκή Θεσσαλονίκη. Αν θα μπορούσα να ζήσω κάπου αλλού; Όχι, γιατί τώρα πια έχω μεγαλώσει, όχι γιατί είμαι ερωτευμένος μαζί της αλλά έχω δέσει και μαζί της, είναι ένας μοιραίος αρραβώνας. Έζησα στην Κωνσταντινούπολη, την αγάπησα. Με τραβούσε η Ανατολή, «τα αίματα των προγόνων». Ως χρέος μάλιστα στην ιστορία της ομογένειας έγραψα το «’55». Έζησα αυτοκρατορικά εκεί. Και την ευγνωμονώ. Η Πόλη είναι σαν το φαρμάκι, αν μπει μέσα σου δεν βγαίνει. Αλλά ήθελα και να γυρίσω πίσω, να ακούω τη γλώσσα μου, τα ελληνικά.

-Γράψατε ένα ποίημα για τον Κούδα, τον ποδοσφαιριστή. Πώς και γιατί ασχοληθήκατε με το συγκεκριμένο πρόσωπο;

Είναι ένα μεγάλο ποίημα, 85 σελίδων. Αμφιβάλλω αν γράφτηκε τόσο μεγάλο ποίημα παγκοσμίως για αθλητή. Ο Κούδας ήταν για την Θεσσαλονίκη ένας μύθος, ένα λαϊκό παιδί και μαχητικός. Πήγα να τον συναντήσω να μου μιλήσει για το Στέλιο Καζαντζίδη, όταν συγκέντρωνα υλικό για να γράψω γι αυτόν. Συνεννοηθήκαμε αμέσως, χωρίς πολλά λόγια, είπα, αυτός είναι αδερφός. Ο Κούδας ήταν λαϊκός ποδοσφαιριστής, είδωλο. Ήθελα να εξυμνήσω το ήθος των αθλητών του άλλοτε, ήθελα ν’ αναδείξω την εποχή της λαϊκής Τούμπας.

-Τι γνώμη έχετε για τον τρόπο που διδάσκεται η Λογοτεχνία στο σχολείο; Πρέπει να εξετάζεται γραπτά;

Το σχολείο δεν μπορεί να διδάξει τη λογοτεχνία, ειδικά έτσι όπως γίνεται, ίσα ίσα μπορεί να δώσει κάποια εναύσματα. Η γνώση της λογοτεχνίας συμπληρώνεται εκτός σχολείου, απ’ έξω. Από κει και πέρα πρέπει να ενδιαφερθεί κάποιος μόνος του, ο ίδιος, να πάει στη βιβλιοθήκη, να ψάξει, να διαβάσει. Συμπληρώνεται κι από τον κινηματογράφο, από το θέατρο, την εφημερίδα Όσο για το αν πρέπει να εξετάζεται γραπτά… Δεν ξέρω… Φοβάμαι πως αν καταργηθεί το μάθημα από τις εξετάσεις, θα απαξιωθεί εντελώς. Αν ήμασταν πιο ώριμοι, δεν θα χρειαζόταν εξετάσεις. Είμαστε όμως; Συμπληρωματικά να πω, επειδή υπάρχει μια μόδα τελευταία με τους ξένους συγγραφείς. Έχουμε σπουδαίους Έλληνες Λογοτέχνες. Πρέπει να διαβάζουμε την κλασική ελληνική λογοτεχνία. Καζαντζάκη, Μυριβήλη, Βενέζη …έτσι μαθαίνεις γράμματα. Είναι η τριβή που αποκτάς με τη γλώσσα. Εγώ ξαναδιαβάζω κλασικούς. Έτσι μαθαίνεις ελληνικά.

-Γιατί θέλατε να γίνετε συγγραφέας κι όχι κάτι άλλο; Πόσο άλλαξε η ζωή σας από τότε που γίνατε γνωστός;

Το επάγγελμα μου δεν είναι συγγραφέας. Ήμουν καθηγητής, φιλόλογος. Το να είσαι συγγραφέας, στιχουργός, τραγουδοποιός είναι κάτι παράλληλο και πέρα από το επάγγελμα. Δημιουργείται μια συνθήκη και την ακολουθείς. Αν είσαι και τολμηρός… Γιατί υπάρχουν κι αυτοί που γράφουν αλλά δεν δημοσιεύουν. Πρέπει να αφεθείς στην παρόρμηση. Είναι και κάποιοι άνθρωποι βέβαια που είναι γεννημένοι για να υπηρετήσουν την τέχνη. Ο Ρίτσος για παράδειγμα, ένας ιδεολόγος ποιητής. Συμβαίνει κάτι που μπορεί και να σε οδηγήσει. Είναι όμως μοναχική και σκληρή δουλειά και δεν πληρώνεται με τίποτα.

Αν άλλαξε η ζωή μου; Όχι, τι ν’  αλλάξει! Απλά φχαριστιέσαι το «μπράβο» των άλλων, την εγκαρδιότητα, που σου μιλάνε. Δεν μεγαλώνουν οι μετοχές του ανθρώπου με τα πολλά μπράβο βέβαια, το θέμα είναι η πρόσληψη της αγάπης, πως μέσα από τις δουλειές μου δίνω χαρά σε άλλους ανθρώπους. Αυτό είναι το μεγαλύτερο δώρο, η σπουδαιότερη απόλαυση που έχεις.

Εδώ μπορείτε να παρακολουθήσετε ζωντανά το μεγαλύτερο μέρος της εκδήλωσης

{source}
<iframe width=»420″ height=»315″ src=»https://www.youtube.com/embed/nlqlLknWxbg» frameborder=»0″ allowfullscreen></iframe>
{/source}

 ΥΓ: Ευχαριστούμε πολύ ιδιαίτερα τους μαθητές που συμμετείχαν στην εκδήλωση: Φρόσω Αντωνιάδου, Στέλλα Βασσάρα, Βασιλική Βογιατζή, Θεόφιλος Διαμαντίδης,Καλλιόπη Θεοδωράκη,Σίσυ Θώμογλου, Χριστίνα Λουκά, Παρασκευή Μαυρούδη,Γιάννης Μιχαλόπουλος, Δημήτρης Μπουλιόπουλος, Άννα Οικονομοπούλου,Ελένη Χριστοφορίδου.
 

 

 

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο

ΚατάTείχη

Αφήστε Σχόλιο