ΣΧΟΛΙΚΗ ΖΩΗ

«ΟΜΩΣ Ο ΜΠΑΜΠΑΣ ΔΕΝ ΕΡΧΟΤΑΝ»

Γράφτηκε από ΚατάTείχη

Θα μπορούσε να τελειώνει και διαφορετικά! Το διήγημα της Έλλης Αλεξίου «Όμως ο μπαμπάς δεν ερχόταν» θα μπορούσε να τελειώνει με τον μπαμπά να έρχεται ή με τον μπαμπά να πεθαίνει ή …Στις δύσκολες στιγμές της μεταπολεμικής Ελλάδας,  με την εξορία σκληρή κι απάνθρωπη και τα οικονομικά προβλήματα αδυσώπητα και ανηλεή, ξαναγράψαμε το τέλος της ιστορίας που ελπίζουμε πως δε θα επαναληφθεί…

Από την Ελευθερία Χατζοπούλου                                            

Καθώς  τα  παιδιά  κοιτούσαν  με  θαυμασμό  τον  σιδηρόδρομο, ξαφνικά  έρχεται  η μητέρα  των  δυο  παιδιών, και  τους  παίρνει  από  εκεί , για  να  τους πάει  σπίτι  λέγοντάς τους  ότι  τους  είχε  μια  μεγάλη  έκπληξη. Τα παιδιά κοιτούσαν  απορημένα  το  ένα  το  άλλο  μη  αδυνατώντας  να φανταστούν  ποια  θα  μπορούσε  να  είναι  η  έκπληξη .

 Η  οικογένεια  έφτασε  επιτέλους  σπίτι .

-Είστε  έτοιμοι  να  δείτε  ποια είναι  η μεγάλη  έκπληξη; , ρώτησε  η  μητέρα. 

-Ναι!! , φώναξαν  ενθουσιασμένοι  ο Πέτρος  και  η Αγγελικούλα.

-Ωραία, λοιπόν  τώρα  θέλω   να  κλείσετε  τα  μάτια  σας,  και  να έρθετε  μαζί  μου.     

Ο Πέτρος  και  η  Αγγελικούλα   έκλεισαν  τα  μάτια  και  ακολούθησαν  τη  μητέρα τους. Η  μητέρα  άνοιξε  την  πόρτα.

-Ανοίξτε  τα  μάτια  σας.

Τα  παιδιά  ανοίγουν  τα  μάτια  τους  και  αντικρίζουν  τον  πατέρα  τους.

-Μπαμπά!!! , φωνάζουν  και  τρέχουν  χαρούμενα  προς  το  μέρος  του.

 Όλοι   ήταν  χαρούμενοι  και  ευτυχισμένοι  που  ο  πατέρας   επιτέλους  είχε   γυρίσει   από  την  εξορία  και  ήταν  εκεί  μαζί  τους. Ο  Πέτρος  και  η  Αγγελικούλα   άρχισαν  να   του   μιλάνε   και  να του  λένε  όλα  τους  τα  νέα. Στο  τέλος  του  μίλησαν  για  τον  σιδηρόδρομο  και  την  όμορφη  κούκλα  της   βιτρίνας.

-Θα  μου  πάρεις  τον  σιδηρόδρομο  πατέρα;  ρώτησε ο  μικρός  Πέτρος.  

Ο  πατέρας  τον  κοιτούσε  για  πολύ  ώρα  μη  ξέροντας  τι  να  του  απαντήσει.

-Ναι, αγόρι  μου  σου  υπόσχομαι  ότι  θα  τον  πάρουμε,  είπε  ο πατέρας. Όμως   πρώτα έχω  να  σας   ανακοινώσω  κάτι  πολύ  σημαντικό.

-Τι συμβαίνει  πατέρα ;  ρωτούσαν  τα  παιδιά.

-Αύριο  το  πρωί  θα φύγουμε.

-Και  πού  θα  πάμε ;

-Θα  πάμε  να   μείνουμε  αλλού  σε  άλλο  σπίτι,  σε  άλλη  χώρα. 

-Μα  γιατί  ;

-Γιατί  εδώ   δεν  είναι  ωραίο  μέρος  για  να  ζήσουμε.

-Και  αυτό  σημαίνει  ότι  δεν  θα   ξαναδούμε  τη  βιτρίνα   με  τον   σιδηρόδρομο   και  τα  παιχνίδια ;  ρώτησε  ο Πέτρος    

Ο  πατέρας  δίστασε  να   απαντήσει  στην  ερώτηση   του   Πέτρου,  επικράτησε  απόλυτη  σιωπή  για  λίγο.

-Παιδιά  είναι  ώρα  για  ύπνο,  είπε  η  μητέρα.

Τα  παιδιά  πήγαν  στεναχωρημένα  για  ύπνο. Τα  ξύπνησαν  νωρίς  και  ξεκίνησαν  το  ταξίδι  τους  για  τη  Ρωσία. Ο  πραγματικός  λόγος  που  έφευγαν  από  τη  χώρα   δεν  ήταν  μόνο  οι  δύσκολες  συνθήκες  ζωής  αλλά  και   ο  κίνδυνος   ζωής  που  διέτρεχε  η  ίδια  τους   η  ζωή , διότι  ο  πατέρας  τους   δεν  είχε  τελειώσει   την  εξορία  και  το  έσκασε  από  εκεί, παρόλο  που  ήξερε  ότι  ρίσκαρε  την  ζωή  του  αλλά  και  τη  ζωή  των  παιδιών  του.        

 Κατάφεραν  να  φτάσουν  στη  Ρωσία   με  ασφάλεια  και  χωρίς   κινδύνους. Εκεί  ο  πατέρας  βρήκε  μια  δουλειά  με  καλό  μισθό  και  αγόρασαν  ένα  υπέροχο  σπίτι. Τα παιδιά  πήγαν  σε  καινούριο  σχολείο  και  έκαναν  πολλούς  καινούριους   φίλους. Ήταν  λίγο  στενοχωρημένα,  επειδή  δεν  θα  είχαν  ποτέ  ξανά  την  ευκαιρία  να  δουν  το σιδηρόδρομο  και  την  πανέμορφη  κούκλα ,  παρόλα  αυτά  ήταν  χαρούμενα  γιατί  θα ζούσαν  την  υπόλοιπη  ζωή  τους  μαζί  με τον  πολυαγαπημένο  τους  πατέρα. Όμως  μια  μεγάλη  έκπληξη   τους  περίμενε. Μια  μέρα  καθώς  γύρισαν  από  το  σχολείο  τους ,  στο  δωμάτιό  τους  αντίκρισαν  δυο  μεγάλα  κουτιά ,  μέσα  ήταν  ο  σιδηρόδρομος  του  Πέτρου και   η  κούκλα  της  Αγγελικούλας.

Τα  πράγματα  πήγαν  από  το  καλό  στο  καλύτερο  για  αυτή  την  οικογένεια! Επιτέλους  θα  μπορούσαν  να  ζήσουν  τη  ζωή  που  πάντα  επιθυμούσαν. Ευτυχισμένοι  μακριά  από  τις  κακίες  αναμνήσεις  του  φριχτού  παρελθόντος.

Από την Ελευθερία Ντάνου

Το βράδυ τα παιδιά άκουσαν την πόρτα της μάντρας, να κλείνει. Πήγαν στο σαλόνι, γεμάτα χαρά, όμως η μητέρα τους τα έστειλε στο δωμάτιο τους. Άκουγαν μια αντρική φωνή και περιμένανε με ανυπομονησία, ελπίζοντας να είναι ο πατέρας τους. Η η Αγγελικούλα έκανε όνειρα για την κούκλα της, ενώ ο Πέτρος για το σιδηρόδρομο.

Ξαγρύπνησαν ως αργά περιμένοντας, μέχρι που τους πηρέ ο ύπνος, στο μικρό μπαουλοντίβανο κοντά στην πόρτα…

Η Αγγελικούλα, πολύ αργά το βράδυ άκουσε την μητέρα της να κλαίει, όμως δεν ρώτησε, φοβούμενη την απάντηση της…

 Το επόμενο πρωί, ο Πέτρος, βρήκε στο, ξύλινο, τραπεζάκι του σαλονιού, ένα φάκελο, κιτρινισμένο, από το πέρασμα του χρόνου, τον άνοιξε και στο τραπεζάκι, ξεχύθηκαν ασπρόμαυρες φωτογραφίες, έπεσε και στο πάτωμα ένα γράμμα, το πήρε στα χέρια του, και άρχισε να το διαβάζει, δεν είχε φτάσει ούτε στη μέση όταν ήρθε η μητέρα του, άρπαξε το γράμμα από τα χέρια του, μικρού παιδιού, και απέφυγε κάθε ερώτηση για το γράμμα ή τον πατέρα τους, που τελικά, δεν ήρθε ποτέ…

Από την Αναστασία Πέμμα

Πέρασαν οι γιορτές και ο σιδηρόδρομος βγήκε από τη βιτρίνα. Ο Πέτρος ήταν στεναχωρημένος. Τα χρήματα που μάζεψαν έφτασαν να αγοράσουν τρόφιμα, ένα παλτό για την Αγγελικούλα και γάντια για τον Πέτρο .Το καλύτερο όμως συνέβη όταν ένα βράδυ χτύπησε η πόρτα τους και ήταν ο μπαμπάς τους, που επέστρεψε από την εξορία. Τώρα όλα θα άλλαζαν. Και ποιος ξέρει… ίσως ο σιδηρόδρομος εμφανιζόταν ξανά στη βιτρίνα τα επόμενα Χριστούγεννα! Φτάνει που γύρισε ο μπαμπάς…

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο

ΚατάTείχη

Αφήστε Σχόλιο