ΣΧΟΛΙΚΗ ΖΩΗ

Παραμυθάδες με την Πρώτη…

Γράφτηκε από ΚατάTείχη

Παραμυθάδες με την Πρώτη…

Ευχάριστα, ευφάνταστα, ευρηματικά και διδακτικά, εν τέλει, παραμύθια έγραψαν ή και διασκεύασαν άλλα γνωστά μας( παραμύθια) οι μαθητές του Α2 και Α4, στο πλαίσιο της ενότητας για τη λαϊκή αφήγηση στο μάθημα της Λογοτεχνίας… Μερικές σκέψεις τους, που κάποιες κατέληξαν και σε ηθικά διδάγματα, μάς συγκινούν… Για μας τους μεγαλύτερους, εκπαιδευτικούς και γονείς, που μεγαλώσαμε σε εποχές με πιο ισχυρή την άμεση επαφή στις κοινωνικές συναναστροφές και σχέσεις μας, με μνήμες  προφορικής παράδοσης και αφήγησης, τα παραμύθια αυτά αποτελούν δημιουργική συνέχεια στο μοτίβο των λαϊκών αφηγήσεων από τη νέα γενιά!

 

Το τερατάκι που δεν αγαπούσε τον εαυτό του… (Καφετζόπουλος Γιώργος, Α2)

Μία φορά και έναν καιρό σε ένα μικρό μέρος ζούσε ένα μικροσκοπικό τερατάκι που, επειδή δεν ήταν κανονικό τέρας, όλοι το κορόιδευαν και αυτό ένιωθε μειονεκτικά και στεναχωριόταν πολύ. Κάποια μέρα αποφάσισε να κατέβει στην πόλη, κάνοντας τη σκέψη πως επειδή ζούσαν πιο πολλοί άνθρωποι εκεί, θα ζούσε πιο ελεύθερα και θα έκανε πιο δημιουργικά πράγματα. Για κακή του τύχη όμως, μόλις έφτασε στην κεντρική πλατεία της πόλης, συνάντησε έναν πολύ περίεργο τύπο. Αυτός, που κατάλαβε πως το τερατάκι ερχόταν για πρώτη φορά στην πόλη, άρχισε να το περιγελάει λέγοντάς του: «Είσαι ένα μικρό τερατάκι, κρίμα που δεν είσαι κανονικό τέρας, κανείς δεν σε φοβάται, αφού δεν είσαι κανονικό τέρας είσαι αποτυχημένο… Φύγε από δω, η πλατεία είναι δική μας». Το τερατάκι στεναχωρήθηκε πολύ. Νόμιζε ότι στην πόλη θα περνούσε απαρατήρητο. Για αυτό έκανε μεταβολή και βγήκε από την πόλη, πήρε τα βουνά. Έφτασε στο δάσος και αποφάσισε να κάνει εντατική θεραπεία. Είχε διαβάσει πως, αν τρώει άγριες ρίζες και καρπούς του δάσους, θα δυναμώσει και αν παρασκευάσει δυναμωτικά σιρόπια, θα μεταμορφωθεί σε κανονικό τέρας. Και έτσι και έκανε… Μετά από λίγο καιρό το αποτέλεσμα ήταν θεαματικό. Το τερατάκι μας έγινε κανονικό τέρας. Μία και δύο ξανακατεβαίνει στην πόλη… Εκεί κανείς πια δεν του έδινε σημασία… Έγινε απαρατήρητο και τότε στεναχωρήθηκε ακόμα πιο πολύ, γιατί δεν αναγνώριζε τον εαυτό του. Είχε γίνει ένα συνηθισμένο τέρας…

Ηθικό δίδαγμα: Αν αλλάζουμε κατά πως θέλουν οι άλλοι, ποτέ δε θα είμαστε ο εαυτός μας και δε θα ευτυχήσουμε…

Το ομορφόπαπο (Ζαρζώνη Δανάη,Καρατάσιου Έλενα, Α2)

Μια φορά και έναν καιρό ζούσε σε ένα καταπράσινο λιβάδι μία πάπια. Αυτή μετά από πολύ κόπο κατάφερε να φτιάξει μια φωλιά, για να κλωσήσει τα αυγά της. Κάθε μέρα καθόταν ώρες ολόκληρες πάνω στα αβγά, για να τα ζεστάνει τις κρύες μέρες του χειμώνα. Λίγες μέρες αργότερα το πρώτο παπάκι εμφανίστηκε. Αμέσως η πάπια ενθουσιάστηκε από την ομορφιά του παιδιού της… Το παπάκι είχε άσπρο φωτεινό χρώμα, γαλάζια μάτια και ένα μικρό πορτοκαλί ράμφος. Η πάπια θαύμαζε το μικρό της, αλλά ταυτόχρονα ανησυχούσε για τα υπόλοιπα αβγά της που δεν είχαν ακόμα σπάσει. Έτσι, λοιπόν, μετά από πολλές μέρες, όταν τα αυγά της έσπασαν, δεν βγήκαν παπάκια… αλλά πουλάκια γκρίζα με μεγάλα μαύρα μάτια… Μεγαλώνοντας το παπάκι άρχισε να γίνεται πιο όμορφο από τα αδέρφια του. Ύστερα άρχισε να κοροϊδεύει, όχι μόνο τα αδέρφια του, αλλά και τα υπόλοιπα ζώα του λιβαδιού! Και σαν να μην έφτανε αυτό, ξαφνικά μια μέρα το παπάκι αποφάσισε να φύγει από το λιβάδι και να πάει σε ένα άλλο μέρος, για να βρει παπάκια όμορφα σαν και εκείνο.

Κάποτε έφτασε στο διπλανό λιβάδι. Μέρες ολόκληρες περιπλανιότανε, για να βρει ένα παπάκι που να του μοιάζει. Καθώς περπατούσε, έβλεπε πως όλα τα παπάκια ήταν μαζί με τις οικογένειες τους και περνούσαν καλά παρά τις διαφορές τους… Τότε το παπάκι κατάλαβε πως έπρεπε να γυρίσει πίσω, για να ξαναβρεί την οικογένεια του… Μακριά τους ένιωθε μόνο και πολύ δυστυχισμένο!

Στον δρόμο της επιστροφής φοβότανε μήπως δεν το ξαναδεχτούν. Μόλις έφτασε στο λιβάδι, δεν θυμότανε που ήταν το σπίτι του. Όταν συνάντησε στον δρόμο του μια χελώνα, την ρώτησε αν ξέρει που βρίσκεται η λιμνούλα.  Εκείνη του απάντησε: «Εσύ δεν ήσουν που με κορόιδευες, γιατί δεν περπατάω γρήγορα;» και έφυγε νευριασμένη. Το παπάκι κλαίγοντας συνέχισε την αναζήτηση της οικογένειας του. Κανένας δε του μιλούσε… Του φάνηκε πως όλοι το προσπερνούσαν αδιάφορα. Πόσο μετάνιωνε για την προηγούμενη εγωιστική συμπεριφορά του… Ύστερα από πολλή ώρα συνάντησε ένα κάτασπρο παπάκι που ήταν αδερφός του… Αυτό το κατάλαβε από το σημάδι που είχε στο ράμφος του. Στα μάτια του φάνταξε πανέμορφο και πέθαινε από νοσταλγία και αγάπη για εκείνο! Αλλά και το αδερφάκι του χάρηκε πολύ που το εγωιστικό παπάκι επέστρεψε στο λιβάδι της «Αγάπης». Τέλος, εκείνο το οδήγησε στην οικογένεια τους και όλοι ενθουσιάστηκαν!

Από τότε το παπάκι μας κατάλαβε πως δεν είναι η ομορφιά το παν και πως δεν πρέπει να εστιάζουμε μόνο στην εξωτερική εμφάνιση των άλλων. Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!!!

«Το «Μαγικό» Γάντι «(Κορίτσα Μερόπη- Μυρτώ, Κακαλή Λουκία Α2)

Μια φορά κι έναν καιρό σε μια απομακρυσμένη καλύβα ζούσε ένας φτωχός ηλικιωμένος άνδρας με το σκυλάκι του. Κάποια μέρα  αποφάσισαν να κάνουν μια βόλτα στο χιονισμένο δάσος.

Αφού ντύθηκαν ζεστά, παρατήρησε ο ηλικιωμένος άνδρας ότι  λείπουν τα γάντια του. Αργότερα θυμήθηκε ότι έχει κάτι ξεχασμένα γάντια στην ντουλάπα του. Μετά από πολύ ώρα ψάξιμο, βρήκε τα παλιά του γάντια, αλλά του ήταν μικρά. Αποφάσισε να πάει στην μάγισσα του  δάσους που ζούσε λίγο πιο κάτω από την καλύβα του. Όταν έφτασε εκεί, χτύπησε διστακτικά την πόρτα. Τότε ακούστηκε μια φωνή που έλεγε: «Τώρα, τώρα έρχομαι, μισό λεπτό». Ο ηλικιωμένος άνδρας είπε στη μάγισσα  το πρόβλημά του κι η μάγισσα συλλογίστηκε. Άρχισε να ψάχνει, σαν μανιακή, στο βιβλίο με τα ξόρκια. Αφού βρήκε το κατάλληλο ξόρκι, σκέφτηκε και του είπε «Για δώσε μου τα γάντια σου…» Ο ηλικιωμένος άνδρας περίμενε δέκα λεπτά μέχρι να τελειώσει η μάγισσα. Όταν τελείωσε, του παρέδωσε τα γάντια του, αλλά έμοιαζαν μικρότερα. Ο ηλικιωμένος  άνδρας φόρεσε τα γάντια του και ευχαρίστησε τη μάγισσα. Πήρε τον σκύλο του και συνέχισαν τη βόλτα τους.

Καθώς περπατούσε, το ένα του γάντι έπεσε στο χιόνι. Κανένας από τους δυο τους δεν το παρατήρησε και συνέχισαν την βόλτα τους ανέμελοι.  Αργότερα, ακούστηκε μια μικροσκοπική φωνή. Ήταν ένα μικρό ποντικάκι που τουρτούριζε και παραμιλούσε από το κρύο. Μόλις είδε το ζεστό γάντι, χώθηκε και είπε: «Αχ! Τι ωραία και ζεστά που είναι εδώ μέσα…  Δεν θέλω να φύγω ποτέ από εδώ». Μετά από λίγο ήρθε ένας λαγός και είδε μπροστά του το γάντι. Το τριγύρισε από ΄δω, το κοίταξε από εκεί και σκέφτηκε «Άδειο πρέπει να είναι» και τσουπ… τρύπωσε κι αυτός στο όμορφο και ζεστό γάντι. Όταν μπήκε μέσα, συνάντησε το μικρό ποντικάκι και άρχισαν τη συζήτηση. Ύστερα, χοροπηδώντας κατέφτασε εκεί γύρω ένας βάτραχος, πράσινος- πράσινος και που αν δεν έβρισκε γρήγορα  κάπου να ζεσταθεί, θα γινόταν μπλε- μπλε! Κοντοστάθηκε έξω από το γάντι, άκουσε δύο «λεπτές» φωνές και ρώτησε: «Ποιος είναι εκεί μέσα;» Το ποντικάκι και ο λαγός τον κάλεσαν να μπει και αυτός μέσα. Ο βάτραχος μπήκε και παρέμεινε πράσινος- πράσινος. Αργότερα, με την σειρά τους, ήρθε η φουντωτή αλεπού, η καφέ αρκούδα και ο γκρίζος λύκος.

Λίγο μετά ακούστηκαν βήματα. Ο ηλικιωμένος άνδρας κι ο σκύλος του επέστρεφαν από τη βόλτα τους. Ξαφνικά, είδαν μπροστά τους το  γάντι να χοροπηδά σαν τρελό. Ο ηλικιωμένος άνδρας έβγαλε μια κραυγή που τρόμαξε τα ζώα και βγήκαν έξω ένα- ένα. Ο άνδρας πήρε τα  γάντια του και τα πήγε στην καλύβα της μάγισσας. Όταν έφτασε, χωρίς να το σκεφτεί, κλώτσησε την πόρτα θυμωμένος. Η μάγισσα τρόμαξε και τον  ρώτησε: «Τι συνέβη;» Ο ηλικιωμένος άνδρας της είπε: » Τα μαγικά σου ξόρκια είναι άχρηστα, διότι μέσα από το γάντι βγήκαν ζώα.» Ο ηλικιωμένος άνδρας ήταν τόσο θυμωμένος που δεν άφησε τη μάγισσα να ολοκληρώσει την πρότασή της. Γρήγορα- γρήγορα κατέβηκε στο χωριό και  ανακοίνωσε σε όλους ότι η μάγισσα κάνει αποτυχημένα μαγικά και ποτέ ξανά να μην την επισκεφτεί κανένας. Από τότε ο ηλικιωμένος άνδρας ονομάστηκε «Ο ήρωας του χωριού».

Μετά από πολύ καιρό ο «ήρωας του χωριού» αρρώστησε βαριά. Η μάγισσα το έμαθε και πήγε να τον βοηθήσει. Στην αρχή οι χωριάτες δεν την άφησαν να τον βοηθήσει, αλλά αργότερα της έδωσαν μια τελευταία  ευκαιρία, γιατί από αυτήν θα εξαρτιόταν η ζωή του ηλικιωμένου άνδρα. Η μάγισσα κατάφερε να τον γιατρέψει με τα μαγικά της και από τότε όποιο πρόβλημα υπήρχε στο χωριό όλοι απευθύνονταν στην μάγισσα του δάσους…

Υ.Γ: Μη βιάζεσαι να βγάλεις συμπεράσματα, ερεύνησε πρώτα τις καταστάσεις ,μην αρνείσαι τη βοήθεια κανενός, αλλά πίστεψε στις μαγικές δυνάμεις που έχεις μέσα σου…

 

«Η Χιονάτη και τα εφτά δουλάκια» (Θεσσαλονικέως Φωτεινή Α2)

Μια φορά και έναν καιρό σε να μακρινό χωριό χαμένο στο δάσος ζούσε η πριγκίπισσα Χιονάτη.

Η Χιονάτη λοιπόν , ζούσε στο χωριό αυτό μαζί με εφτά μικρά νανάκια σ’ ένα μικρό σχετικά ξύλινο σπιτάκι, δίπλα στον καταρράκτη του χωριού. Η πριγκίπισσα αποκαλούσε τα νανάκια «δουλάκια», γιατί τα χρησιμοποιούσε σαν δουλικά, βάζοντάς τα να κάνουν στη θέση της τις υποχρεώσεις της. Τα νανάκια έπρεπε υποχρεωτικά να υπακούν στις εντολές της , αλλιώς η Χιονάτη τους έβαζε περισσότερες δουλειές να κάνουν…

Κάθε πρωί λοιπόν, τα νανάκια ξυπνούσαν τη Χιονάτη, που σηκωνόταν από το κρεβάτι με το πάσο της… Άλλοι της έφτιαχναν πρωινό και άλλοι έκαναν τις πρωινές δουλειές. Το ίδιο γινόταν και τις υπόλοιπες ώρες της μέρας και με τον ίδιο τρόπο περνούσαν τις μέρες τους για χρόνια.

Κάποτε τα νανάκια κατάλαβαν πως έπρεπε να κάνουν κάτι, για να μην μπορεί η Χιονάτη να τους υποχρεώνει διαρκώς να την υπηρετούν .Συνειδητοποίησαν πως πρέπει να γίνουν ο εαυτός τους και να ακολουθήσουν τα όνειρά τους.

Έτσι λοιπόν μια μέρα, τα νανάκια έφυγαν από το χωριό και πήγαν να ζήσουν στην πόλη. Η Χιονάτη φώναζε για ώρα τους υπηρέτες να της φτιάξουν πρωινό, αλλά τα νανάκια είχαν ήδη φύγει. Μόνη της τότε η Χιονάτη και νευριασμένη έβαλε μπρος να φροντίσει το σπίτι και τον εαυτό της.

Οι μέρες κυλούσαν και τα νανάκια ήταν ακόμη στην πόλη, ενώ η Χιονάτη έκανε τις δουλειές στη θέση των νάνων. Η Χιονάτη που ως τότε ποτέ δεν είχε αναλάβει την ευθύνη του εαυτού της, άρχισε να γίνεται μια καλή νοικοκυρά … Ενώ τα νανάκια αναζητούσαν τα όνειρά τους στην πόλη…

Ηθικό Δίδαγμα: Να μην αφήνουμε κανέναν ούτε και τους φίλους μας να μας εκμεταλλεύονται για το δικό τους συμφέρον…        

 

«Η Χιονάτη και οι εφτά μπασκετμπολίστες» (Σταυρίδου Ερμιόνη, Τσατάκη Αναστασία Α4)

Μια φορά και έναν καιρό , σε ένα μικρό χωριό, ζούσε μία προπονήτρια του μπάσκετ, που τη λέγανε Χιονάτη, η οποία έψαχνε μέλη για την ομάδα της που θα έπαιζε σε έναν σημαντικό αγώνα.

Μια μέρα που απελπίστηκε, γιατί δεν είχε βρει κανέναν, αποφάσισε να κολλήσει αφίσες . Μετά από πολλή κούραση, φτάνοντας στο δάσος, κόλλησε την τελευταία αφίσα στο πρώτο δέντρο που βρήκε μπροστά της. Έπειτα  από τρεις μέρες, εφτά νάνοι μπασκετμπολίστες είδαν την αφίσα και πήραν τηλέφωνο στον αριθμό που έγραφε. Στην πρώτη τους συνάντηση η Χιονάτη σάστισε βλέποντας το ύψος των νάνων. Όμως, στην δεύτερη κιόλας προπόνηση  η εντύπωση της Χιονάτης άλλαξε. Κατάλαβε ότι παρά το ύψος τους οι νάνοι έπαιζαν πολύ καλά και ότι είχαν μεγάλες δυνατότητες. Όσο περνούσε ο καιρός ,όμως, οι νάνοι γινόντουσαν εγωιστές και ειδικά στην τελευταία προπόνηση δεν αντάλλαξαν ούτε μια πάσα μεταξύ τους. Η Χιονάτη απορούσε με αυτήν την αλλαγή και δεν μπορούσε να καταλάβει, γιατί οι νάνοι ξαφνικά σταμάτησαν να παίζουν ομαδικά …

Την ημέρα του αγώνα, όταν οι νάνοι είδαν την διαφορά ύψους που είχαν με τους αντιπάλους τους στεναχωρήθηκαν και το ηθικό τους έπεσε. Στο πρώτο ημίχρονο πήγαν πολύ χάλια. Στην συνέχεια η Χιονάτη τους ενθάρρυνε, λέγοντάς τους ότι δεν έχει σημασία το ύψος αλλά η συνεργασία και η ομαδικότητα. Στο δεύτερο ημίχρονο έγινε μεγάλη ανατροπή. Οι νάνοι  ακούγοντας τις συμβουλές της Χιονάτης , συνεργάστηκαν και τελικά νίκησαν! Μετά τον αγώνα ευχαρίστησαν τη Χιονάτη για την βοήθειά της.

Από τότε η Χιονάτη και οι εφτά μπασκετμπολίστες παίζουν δυνατά και κάποιες φορές νικάνε στους αγώνες, γιατί ξέρουν ότι αν θέλουν κάτι πολύ και προσπαθήσουν όλοι μαζί, θα το καταφέρουν. Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα…

Υ.Γ: Η συνεργασία και το ομαδικό πνεύμα είναι η δύναμή μας…

Η Κοκκινογιαγίτσα και η Σκουφίτσα…(Αλέξανδρος Γριζόπουλος Α2)

Μια φορά και έναν καιρό σε ένα μακρινό χωριό μέσα στο δάσος, ήταν μια γιαγιά, η Κοκκινογιαγίτσα και η εγγονή της, η Σκουφίτσα.

Μια μέρα την Σκουφίτσα την έπιασε η αλλεργία της, που την πιάνει όταν μυρίζει παπαρούνες, έτσι με το που τις μύρισε, το πρόσωπό της έγινε σαν φουσκωτό κόκκινο μπαλόνι. Η Κοκκινογιαγίτσα μόλις την είδε, έφτιαξε την θεσπέσια της σούπα που την θεράπευε . Όμως, αυτή τη φορά η συνταγή δεν έπιασε. Χρειάζονταν ένα μαγικό μανιτάρι από το χωράφι του λύκου που έμενε έξω από το χωριό. Η γιαγιά πήρε, λοιπόν, ένα βαρύ τηγάνι στο χέρι για προστασία και έφυγε, για να το βρει. Μπήκε στον κήπο του λύκου, όσο πιο αθόρυβα μπορούσε, και μόλις έβγαλε το μανιτάρι από το χώμα, ακούστηκε ο συναγερμός ασφαλείας του λύκου. Ο λύκος στο άκουσμα τινάχτηκε από τον καναπέ του και άρχισε να κυνηγάει τη γιαγιά. Η γιαγιά κρύφτηκε πίσω από ένα δέντρο και όταν ο λύκος πήγε να τσεκάρει το δέντρο, η γιαγιά του έδωσε μια με το τηγάνι και εκείνος έπεσε κάτω ξερός. Εκείνη έφυγε γρήγορα γρήγορα και το μανιτάρι, ευτυχώς, έκανε τη δουλειά του.

Η Κοκκινογιαγίτσα είπε στην Σκουφίτσα να μην ξαναμυρίσει παπαρούνες, αλλά εκείνη δεν την άκουσε, μύριζε τις παπαρούνες κάθε χρόνο, όταν άνθιζαν και η Κοκκινογιαγίτσα είχε τέτοιους μπελάδες με την ανυπάκουη εγγονή της.

«‘Οποιος ζητάει τα πολλά, χάνει και τα λίγα» (Τσούκα Νικολίνα, Α4)

Κάποτε ζούσε σε ένα φτωχικό αγροτόσπιτο ένας γεωργός και η  γυναίκα του. Μια μέρα που ο γεωργός είχε βγει να οργώσει, ένιωσε να  χτυπάει κάτι παράξενο το τρακτέρ του. Όταν τελικά κατέβηκε να δει τι συμβαίνει, είδε ότι βγήκε από τη γη ένα  πελώριο δέντρο.»Σε παρακαλώ, μη μου κάνεις κακό» είπε το δέντρο στον έκπληκτο γεωργό, που πρώτη φορά στη ζωή του έβλεπε δέντρο να μιλάει. Το δέντρο συνέχισε και είπε: «Άφησε με, μη μου κόβεις τον κορμό κι εγώ θα σου δώσω ότι θέλεις». Ο καημένος  ο γεωργός που δεν ήθελε τίποτα από το δέντρο, έφυγε τρομαγμένος στο σπίτι να πει τα νέα στη γυναίκα του. Εκείνη όμως, θυμωμένη, αμέσως διέταξε τον άντρα της να ζητήσει ένα αρχοντικό παλάτι, για να μείνουν.

Όταν την επόμενη μέρα ξαναπήγε ο γεωργός στο χωράφι, αν κι  έβρεχε, ζήτησε το αρχοντικό από το δέντρο που στεκόταν αγέρωχο στο ίδιο σημείο. Το δέντρο αμέσως πραγματοποίησε την ευχή του. Την επομένη η γυναίκα, ενώ είχε το αρχοντικό που επιθυμούσε, ζήτησε ένα διαστημόπλοιο, για να πάει στο διάστημα. Ο γεωργός  ένιωθε διστακτικός και προσπαθούσε να τη μεταπείσει. Ξαναπήγε στο χωράφι με δυσκολία από τον δυνατό άνεμο. Δεν μπορούσε να δουλέψει, αλλά αναγκαστικά ζήτησε την επιθυμία της γυναίκας του που τον πίεζε και του απαιτούσε. Το δέντρο κατάλαβε το φόβο του ψαρά και πραγματοποίησε για ακόμη μια φορά το όνειρο της αχόρταγης γυναίκας του.

Μέρες επαναλαμβανόταν το ίδιο.»Θέλω χρυσό κάτω από τη γη, θέλω να αγγίξω τον ήλιο, να πετάξω στο φεγγάρι και πολλά άλλα ακατόρθωτα πράγματα». Το δέντρο τα έκανε όλα, αλλά η υπομονή του χανόταν. Λυπόταν τον καλόκαρδο γεωργό, θύμωνε όμως, με την  ατέλειωτη υπομονή του και την ασταμάτητη επιμονή της συζύγου του. Ώσπου μια μέρα που έγινε το ίδιο, εξαγριωμένο το δέντρο που έχασε όλα του τα φύλλα από τα νεύρα του, λέει στον άτυχο ψαρά: «Γύρνα πίσω και θα δεις την γυναίκα σου στο φτωχό σπιτικό σας» .

Πράγματι, όταν ο γεωργός γύρισε πίσω, είδε τη γυναίκα του ντυμένη με τα παλιά της ρούχα στη φτωχική καλύβα τους. Εκεί όπου πέρασαν όλη  την υπόλοιπη ζωή τους.

Υ.Γ: Όποιος ζητάει τα πολλά χάνει και τα λίγα…

«Μυστικό Έβρεντς: ποτέ μην τα παρατάς» (Τσιώμπρα   Αφροδίτη-Μαρία, Ανδρονίκη Σαλαώρα, Α4) 

Μια φορά κι΄ έναν καιρό σ΄έναν τόπο μακρινό ζούσε μόνη της μια  όμορφη πριγκίπισσα που την έλεγαν Αυγή. Έμενε σ΄ένα μεγάλο κάστρο  και είχε τόσο καλή καρδιά που όλοι την αγαπούσαν. Οι πιο πιστοί της φίλοι ήταν ο Μπλάγκ ο λύκος, η Σμαραγδή το άλογο και ο Ταμπόλο, ο γάτος που λάτρευε τα ψάρια. Περνούσανε υπέροχα μαζί, αν και μερικές φορές υπήρχαν αναταραχές ανάμεσα στο λύκο και στο άλογο που τσακωνόντουσαν για το τι ήταν πιο νόστιμο : το κρέας ή το χορτάρι;

Όλα άλλαξαν, όταν μια μέρα η πριγκίπισσα αρρώστησε βαριά και έμεινε ξαπλωμένη στο κρεβάτι της μη μπορώντας να κουνήσει ούτε το μικρό της δακτυλάκι. Οι φίλοι της  προσπάθησαν να κάνουν τα πάντα, για να την βοηθήσουν. Αλλά ούτε τα γατοτράγουδα του Ταμπόλο, ούτε η χορτόσουπα της Σμαραγδής , ούτε και οι προσπάθειες του Μπλάγκ που την παρηγορούσε ότι θα γίνει σύντομα καλά, δεν την βοήθησαν. Το αντίθετο μάλιστα. Μέρα με την μέρα γινόταν όλο και πιο αδύναμη. Άρχισαν όλοι να απελπίζονται, ώσπου ένας  σοφός γέρος που είχε μάθει για την αρρώστια της ήρθε στο κάστρο και αφού την εξέτασε, τούς είπε: » Η πριγκίπισσα είναι βαριά άρρωστη, ο μόνος τρόπος για να γίνει καλά είναι να πιεί ένα φίλτρο που για να φτιαχτεί πρέπει να βρείτε το λουλούδι Έβρεντς που υπάρχει μόνο στην κορυφή του βουνού Πενταχέρου. Αν δεν πιει έγκαιρα το φίλτρο, θα πεθάνει.  Εγώ δεν μπορώ να πάω, είμαι γέρος, αλλά εσείς μπορείτε. Όσο θα λείπετε, θα μείνω εδώ μαζί με την πριγκίπισσα, για να την κρατήσω ζωντανή». Ύστερα, ο γέρος τους περιέγραψε το λουλούδι που είχε χαρακτηριστική μυρωδιά και τους έδειξε τη διαδρομή ως το βουνό.

   Τα ζώα ξεκίνησαν αμέσως, αλλά  χιόνιζε με αποτέλεσμα η διαδρομή να γίνεται όλο και πιο δύσκολη, ειδικά για τον Ταμπόλο που είχε αρχίσει να κρυώνει πάρα πολύ. Όταν μετά από ώρα έφτασαν στο βουνό, δεν μπορούσαν να το ανέβουν, επειδή σε κάθε τους  βήμα γλιστρούσαν από το πολύ χιόνι. Ο Μπλάγκ και ο Ταμπόλο άρχισαν να εγκαταλείπουν την προσπάθεια, καθώς κρύωναν πολύ και ήταν και οι δύο κουρασμένοι, αλλά η Σμαραγδή δεν το έβαζε κάτω. «Θα σας παρατούσε ποτέ η πριγκίπισσα;» ρώτησε νευριασμένη. «Αν σταματήσουμε τώρα την προσπάθεια, η Αυγή θα πεθάνει!». Ο λύκος και ο γάτος αντάλλαξαν ένα ένοχο βλέμμα και  σηκώθηκαν αποφασιστικά, για να ξεκινήσουν την προσπάθεια ξανά.

Αυτήν την φορά όμως δεν  το έβαλαν κάτω, παρά το πολύ χιόνι και μετά από πολλή ώρα κατάφεραν να φτάσουν στην κορυφή του βουνού. Ο Μπλάγκ χρησιμοποιώντας τη μύτη του βρήκε το λουλούδι και τα τρία ζώα κατέβηκαν προσεκτικά το Πεντάχερο. Όταν έφτασαν στο κάστρο, έδωσαν το Έβρεντς στον γέρο και εκείνος, αφού έφτιαξε το φίλτρο με την βοήθεια του Ταμπόλο, το έδωσε στην πριγκίπισσα. Εκείνη το ήπιε και αφού συνήλθε,  τους ευχαρίστησε όλους με δάκρυα στα μάτια. Ο γέρος έμεινε για πάντα στο κάστρο μαζί με την Αυγή και τους φίλους της, μιας που του άρεσε η παρέα τους και έζησαν όλοι μαζί ευτυχισμένοι.

Ηθικό δίδαγμα: Ποτέ μην τα παρατάς.

«Γίνονται και θαύματα…» (Περικλής Ιωαννίδης Α2)

 Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας σοφός άνθρωπος που από κακοτυχίες, ζούσε στα παγκάκια και ήταν τόσο φτωχός που δεν μπορούσε να επιβιώσει στοιχειωδώς, ούτε σπίτι είχε, ούτε να φάει είχε , αλλά ευτυχώς ήταν πολύ σοφός, είχε πολλές γνώσεις  εμπειρικές στην ιατρική. Μια μέρα ο σοφός άκουσε αγχωτικές κουβέντες από περαστικούς ανθρώπους που του κίνησαν το ενδιαφέρον και έτρεξε να βοηθήσει… Ένα παιδάκι δεν μπορούσε να πάρει ανάσα , γύρισε η γλώσσα του, η μάνα του πανικόβλητη καλούσε σε βοήθεια έχοντας χάσει την ψυχραιμία της… Ο γέροντας έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε στο παιδί, του είπε να πάρει βαθιά ανάσα, να πιει λίγο νερό και η γλώσσα του θα γίνει, όπως ήταν πάντα.

Όταν το παιδί έκανε όλα τα βήματα που του είπε ο γέρος, άρχισε να παίρνει δυνάμεις  και να γίνεται καλά. Σύντομα το παιδί ήρθε στα συνηθισμένα του… Άρχισε να παίζει με τα παιχνιδάκια του. Οι γονείς κέρασαν γεύμα στον παππούλη διασώστη που από τότε έγινε γνωστός σε όλους τους κατοίκους για τις γνώσεις και την καλοσύνη του. Σήμερα ο γεράκος προσφέρει τις υπηρεσίες του στο κοινωνικό ιατρείο της πόλης του, είναι χρήσιμος στους συνανθρώπους  που έχουν την ανάγκη του και είναι καλά και ευτυχισμένος…

Υ.Γ: Αν έχεις αγάπη μέσα σου για τους συνανθρώπους σου, υπάρχει ελπίδα…

» Τα τρία φιλαράκια» (Ιωαννίδης Μιχάλης, Κατσώρη Δημήτρης, Α2)

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν τρία αγαπημένα φιλαράκια. Δεν ήταν απλά φίλοι, ήταν κολλητοί.  Μια μέρα αποφάσισαν να χτίσουν τρία σπιτάκια, το ένα δίπλα στο άλλο και να μένουνε κοντά. Τα τρία φιλαράκια έπιασαν αμέσως δουλειά. Ο ένας, που δεν του άρεσε πολύ η δουλειά, έχτισε ένα σπίτι από άχυρο. Τελείωσε γρήγορα τη δουλειά του και είχε χρόνο για ξεκούραση. Ο δεύτερος έχτισε ένα σπίτι από ξύλο. Όταν τελείωσε, συνάντησε το φίλο του και ξεκουράστηκαν παρέα. Ο τρίτος αποφάσισε να δουλέψει σκληρά και να χτίσει ένα πολύ γερό σπίτι από τούβλα. Όταν τελείωσε κι αυτός, έκαναν ένα μεγάλο πάρτυ όλοι μαζί.

Οι μέρες περνούσαν πολύ όμορφα. Κάποια φορά όμως, έκανε την εμφάνισή του ένας λύκος. Τα τρία φιλαράκια φοβήθηκαν πολύ και κλείστηκαν στα σπίτια τους. Ο λύκος τριγυρνούσε έξω από τα σπίτια τους και μια ούρλιαζε και μια έκλαιγε. Τα φιλαράκια, για να μη φοβούνται, αποφάσισαν να μείνουν όλοι μαζί ενωμένοι στο πιο γερό σπιτάκι.

Ένα σκοτεινό και πολύ βροχερό βράδυ, ενώ τα τρία φιλαράκια διασκέδαζαν δίπλα στο τζάκι, άκουσαν και πάλι το λύκο να κλαίει και να ουρλιάζει. Αυτή τη φορά όμως, πιο δυνατά από ποτέ. Όλοι μαζί έτρεξαν στο παράθυρο. Είδαν το λύκο μόνο, μούσκεμα από τη βροχή, να τρέμει από το κρύο. Τον λυπήθηκαν πολύ. Έτσι, όλοι μαζί αποφάσισαν να του ανοίξουν.

Τα τρία φιλαράκια άνοιξαν δειλά- δειλά την πόρτα. Ο λύκος τελικά δεν ήταν καθόλου τρομακτικός. Ήταν μόνος, βρεγμένος και πεινασμένος. Το μόνο που ήθελε ήταν ζεστασιά και καλούς φίλους. Είχε βαρεθεί να είναι μόνος, επειδή όλοι τον φοβόντουσαν. Τα τρία φιλαράκια τον λυπήθηκαν πολύ. Τον άφησαν να περάσει μέσα στο σπίτι, του έδωσαν φαγητό και πέρασαν ένα πολύ όμορφο βράδυ όλοι μαζί διασκεδάζοντας.

Από τότε τα τρία φιλαράκια έγιναν τέσσερα. Ο λύκος έγινε πλέον μέλος της παρέας και όλοι μαζί περνούσαν υπέροχα.

Υ.Γ: Η μοναξιά αγριεύει τους ανθρώπους…

 

 «Ο Μαυρόλυκος» (Χούπης Κωσταντίνος, Φιρτινίδης Ιωάννης, Σκαρλάτος Ευάγγελος Α4)

Ήταν κάποτε ένας μικρός, γλυκός λύκος που και μόνο που τον έβλεπες, έφτανε για να τον αγαπήσεις. Περισσότερο από όλους αγαπούσε το λυκάκι η γιαγιά του και για αυτό συνεχώς έκανε δώρα στον μικρό της εγγονό. Μια μέρα του χάρισε ένα σκουφάκι από μαύρο ύφασμα. Τόσο πολύ άρεσε στο λυκάκι ο μαύρος σκούφος που δεν ήθελε ποτέ πια να τον αποχωριστεί. Έτσι, όλοι αποκαλούσαν το λυκάκι «Μαυρόλυκο».

Μια μέρα η μητέρα του λέει: « Μαυρόλυκε, πάρε ένα κομμάτι γλυκό και ένα μπουκάλι κρασί και πήγαινέ τα στη γιαγιά σου, για να δυναμώσει που είναι άρρωστη και αδύναμη. Φρόντισε όμως, να είσαι φρόνιμος και μη ξεχάσεις να της δώσεις πολλά χαιρετίσματα. Να πηγαίνεις προσεκτικά στο δρόμο και να προσέχεις, γιατί αλλιώς θα πέσεις και θα σπάσεις τα πράγματα και δεν θα μείνει τίποτε για την γιαγιά σου».«Εντάξει, θα κάνω ό,τι μου είπες» υποσχέθηκε ο Μαυρόλυκος .

Η γιαγιά ζούσε στο δάσος, μισή ώρα μακριά από το χωριό. Καθώς λοιπόν μπήκε στο δάσος, συνάντησε την Κοκκινοσκουφίτσα. Ο Μαυρόλυκος όμως, δεν ήξερε ότι η Κοκκινοσκουφίτσα είναι κακός άνθρωπος και έτσι δεν την φοβήθηκε.

-Καλημέρα, είπε η Κοκκινοσκουφίτσα.

-Ευχαριστώ Κοκκινοσκουφίτσα, απάντησε ο Μαυρόλυκος

-Για πού το έβαλες πρωί-πρωί;

-Πηγαίνω στη γιαγιά.

-Και τι κουβαλάς στην ποδιά σου;

-Γλυκό και κρασί για την άρρωστη γιαγιά μου. Εχθές φτιάξαμε το γλυκό για να το φάει η γιαγιά και να δυναμώσει.

-Μαυρόλυκε, πού μένει η γιαγιά σου;

-Μέσα στο δάσος, γύρω στο ένα τέταρτο απόσταση από εδώ που βρισκόμαστε. Το σπίτι της είναι κάτω από τρεις βελανιδιές μέσα στα μαστιχόδεντρα. Θα πρέπει να το ξέρεις.

Η Κοκκινοσκουφίτσα σκέφτηκε ότι όσα έχει ο Μαυρόλυκος στο καλαθάκι του θα ήταν ένας καταπληκτικός μεζές και αναρωτιόταν τι θα έπρεπε να κάνει, ώστε να το αποκτήσει. Για λίγο ακόμη περπάτησε στο πλάι του Μαυρόλυκου και μετά άρχισε να του λέει: «Μαυρόλυκε, κοίταξε τι ωραία λουλούδια που υπάρχουν στο δάσος. Μα γιατί δεν τα κοιτάς; Έχω την εντύπωση ότι ούτε καν ακούς το όμορφο κελάηδημα των πουλιών! Εσύ περπατάς σαν να είσαι στο δρόμο για το σχολείο, ενώ είναι τόσο όμορφα στο δάσος».

Ο Μαυρόλυκος σήκωσε τότε τα μάτια του και είδε τις αχτίδες του ήλιου να περνάνε ανάμεσα στα δέντρα. Το δάσος ήταν γεμάτο λουλούδια και έτσι είπε να φτιάξει μια ανθοδέσμη για τη γιαγιά. «Ακόμη νωρίς είναι» σκέφτηκε «έχω αρκετή ώρα για να φτάσω έγκαιρα στη γιαγιά». Έτσι, μπήκε χορεύοντας στο δάσος και άρχισε να διαλέγει λουλούδια. Μόλις μάζευε ένα λουλούδι αμέσως έβρισκε ένα άλλο ομορφότερο και ο Μαυρόλυκος ξεμάκραινε ολοένα και περισσότερο από τον δρόμο του και έμπαινε βαθύτερα στο δάσος… Παράτησε τα καλούδια της γιαγιάς. Τότε η Κοκκινοσκουφίτσα άρπαξε το καλαθάκι και προχώρησε χωρίς να καθυστερήσει στο σπίτι της γιαγιάς του λύκου και χτύπησε την πόρτα.

-Ποιος είναι; ρώτησε η γιαγιά

-Ο Μαυρόλυκος, απάντησε η κοκκινοσκουφίτσα . Σου φέρνω γλυκό και κρασί. Άνοιξε μου.

-Άνοιξε την πόρτα, δεν έχω κλειδώσει, απάντησε η γιαγιά. Είμαι πολύ αδύναμη, για να σηκωθώ.

Η κακιά Κοκκινοσκουφίτσα άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα χωρίς να πει κουβέντα. Κατευθύνθηκε στην κουζίνα της γιαγιάς, έφαγε τις λιχουδιές που είχε το καλάθι, ήπιε όλο το κρασί. Ύστερα ξεχνώντας που βρίσκεται, μεθυσμένη καθώς ήταν, πήρε ρούχα της γιαγιάς και τα φόρεσε. Έβαλε και το καπέλο του ύπνου της γιαγιάς και ξάπλωσε δίπλα στη γιαγιά. Αμέσως άρχισε να ροχαλίζει. Δίπλα της η γιαγιά λούφαζε τρομοκρατημένη. Είχε ακούσει για την κακιά κοκκινοσκουφίτσα που τρομοκρατεί ηλικιωμένους και μικρά παιδιά χωρίς να νοιάζεται παρά μόνο για την καλοπέρασή της… Η γιαγιά τράβηξε την κουβέρτα της ως απάνω και έκρυψε το κεφάλι της τρομαγμένη.

Ο Μαυρόλυκος έτρεχε στο δάσος ψάχνοντας για λουλούδια, και όταν βρήκε τόσα ώστε να μη μπορεί να κουβαλήσει περισσότερα, θυμήθηκε την γιαγιά του και ξεκίνησε να πάει να την επισκεφτεί. Δεν θυμήθηκε καν πως έχασε το καλαθάκι με τα καλούδια της γιαγιάς. Καθώς έφτασε στο σπίτι της γιαγιάς, βρήκε την πόρτα ανοιχτή πράγμα ασυνήθιστο. Μόλις μπήκε στο δωμάτιο, αισθάνθηκε πολύ άβολα και σκέφτηκε «γιατί άραγε είμαι τόσο φοβισμένος σήμερα, αφού συνήθως έρχομαι στη γιαγιά με μεγάλη ευχαρίστηση ;»Μετά από αυτό πήγε προς το κρεβάτι και  είδε ξαπλωμένη την Κοκκινοσκουφίτσα με κατεβασμένο το καπέλο του ύπνου βαθιά μέσα στο πρόσωπο, ενώ το παρουσιαστικό της ξάφνιαζε τον Μαυρόλυκο. Η γιαγιά έβγαλε διστακτικά το κεφάλι της και του έκανε νόημα να τηλεφωνήσει στην κυρία Ευτέρπη, την δασκάλα της Κοκκινοσκουφίτσας, την μόνη που άκουγε το ατίθασο αυτό παιδί, για να έρθει να την παραλάβει και να την νουθετήσει κατάλληλα. Ο Μαυρόλυκος αυτό έκανε αμέσως. Σε λίγο έφτασε η κυρία Ευτέρπη με το αυτοκίνητό της και με τη βοήθεια του Μαυρόλυκου σήκωσαν την Κοκκινοσκουφίτσα και την ξάπλωσαν στο πίσω κάθισμα του αυτοκίνητου. Έτσι που το πήγαινε αυτό το παιδί με τις κακές συνήθειες του και περισσότερο με τις κακίες του θα έμενε μόνο στη ζωή και δε θα έχει φίλους ούτε αγαπημένα ζώα! Τι κατάλαβε η Κοκκινοσκουφίτσα με αυτή την φάρσα της; Θα μπορούσαν να φέρουν το καλαθάκι μαζί με το Μαυρόλυκο και να μοιραστούν τις λιχουδιές με τη γιαγιά, αν αυτή ήταν η επιθυμία της Κοκκινοσκουφίτσας. Ούτε η γιαγιά, ούτε ο Μαυρόλυκος θα είχαν αντίρρηση. Πόσες κακές πράξεις θα είχαν αποφευχθεί, αν άνθρωποι και ζώα σκέφτονταν περισσότερο. Και άντε τα ζώα δεν μπορούν να το κάνουν, οι άνθρωποι όμως;

 

                                                         

                                                                                                                                                                                                       

                                           

                

                  

 

   

 

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο

ΚατάTείχη

Αφήστε Σχόλιο