ΒΗΜΑ ΜΑΘΗΤΩΝ

Απαντήσεις στο γράμμα του πατέρα-ποιητή Ναζίμ Χικμέτ

Γράφτηκε από ΚατάTείχη

Ο Τούρκος αγωνιστής – ποιητής Ναζίμ Χικμέτ έγραψε το ποίημα «Νανούρισμα στο γιο μου» για το μικρό παιδί του. Εμείς υποθέτουμε ότι, όταν το παιδί του μεγάλωσε, βρήκε τυχαία το νανούρισμα-ποίημα του ποιητή πατέρα του, που εν τω μεταξύ έχει φύγει από τη ζωή και αποφασίζει συγκινημένο να του γράψει τη δική του απάντηση. Μαθητές της Β΄τάξης γράφουν, λοιπόν, το δικό τους γράμμα – απάντηση  στο «Νανούρισμα στο γιο μου» του ποιητή, σαν αυτό να το είχε γράψει γι’ αυτούς ο δικό τους πατέρας.

Ο γιος μου κρυολόγησε. Καίει στον πυρετό, ύπνος δεν τον παίρνει. Τα μάτια του βγάζουνε φωτιές. Κι η μάνα του: «Να νανουρίσω το μωρό μου», λέει. «Τι να του τραγουδήσω; «Νάνι νάνι το παιδί μου» ή το «Ας κοιμηθεί να μεγαλώσει κι ύστερα πασάς να γένει»;» Μα ούτε το ένα ούτε το άλλο.
         Η μάνα του γιου μου έτσι θα ‘θελα να τον νανουρίσει:

Κοιμήσου, σπλάχνο μου, κοιμήσου• νάνι…
Στον ύπνο σου έρχεται μια θάλασσα απέραντη. Βουνά 
τα κύματά της, φουσκώνουν αφρισμένα, λυσσομανάνε…

Κοιμήσου, σπλάχνο μου, κοιμήσου• νάνι…
Στον ύπνο σου έρχεται ένα καράβι, κι εσύ στη γέφυρα 
του καπετάνιου. Στα δεξιά σου, το κύμα που χτυπιέται,
και στα ζερβά σου… Για δες το που σε πολεμάει… 
Μα μη σε νοιάζει, γιε μου, μη φοβάσαι! Οι μηχανές δουλεύουνε 
σαν την καρδιά σου. Το σκαρί γερό και το τιμόνι στα χέρια σου…

Κοιμήσου, σπλάχνο μου, κοιμήσου• νάνι… 
Πελώρια αέρινη γέφυρα δένει τα περιγιάλια.
Στ’ αστραφτερό δοκάρι της εσύ αγναντεύεις. 
Κοίτα κάτω, μη ζαλιστείς. Κοίτα πάνω, 
το κεφάλι σου λες κι ακουμπάει στον ουρανό…

Κοιμήσου, σπλάχνο μου, κοιμήσου• νάνι… 
Τι πολλά βιβλία είν’ αυτά; Όλα τα έχεις διαβάσει; 
Ρυτίδες στο μέτωπό σου, τα μαλλιά σου κατάλευκα. 
Τα μάτια σου είναι τα μόνα στη γη που έχουν καταλάβει. 
Το πρόσωπό σου όμορφο σαν την αιωνιότητα. 
Μην αμφιβάλλεις, μη φοβάσαι μη και δεν βρήκες ό,τι έψαχνες. 
Διάβαζε πολεμώντας, διάβαζε αυτό που διαβάζεις 
χωρίς να το ξεχωρίζεις από τη μάχη…

Κοιμήσου, σπλάχνο μου, κοιμήσου• νάνι… 
Άκου• φωνές ακούς. Κοίτα τι όμορφα χρώματα που βλέπεις… 
Τα χέρια σου χαϊδεύουν το μάρμαρο, και να, του δίνουν το πιο σταθερό, 
το πιο ζωντανό σχήμα…

Κοιμήσου, σπλάχνο μου, κοιμήσου• νάνι… 
Άφοβος σαν θαλασσινός, μάστορας δημιουργός, 
φιλόσοφος γνώστης και καλλιτέχνης τολμηρός• έτσι να γίνεις… 
Κοιμήσου, σπλάχνο μου, κοιμήσου• νάνι…

Ν. Χικμέτ, Το ερωτευμένο σύννεφο, 

«Νανούρισμα στο  γιο  μου» , του Ναζίμ Χικμέτ

Ο  γιος/ η κόρη  μεγάλωσε , βρίσκει κάπου  γραμμένο  το  ποίημα – νανούρισμα του  πατέρα  του/της που  έχει  φύγει  απ΄ τη ζωή,  και  με  τη  σειρά  του/της τού  γράφει…

Η Παναγιώτα Μπακιρλή γράφει..

Ωωω!  πατέρα μου κοίτα με. Κοίτα με, αυτό μόνο κατάφερα να είμαι. Με ήθελες καλλιτέχνη, άφοβο, τολμηρό, δημιουργικό, φιλόσοφο, με πολλές γνώσεις… και κοίτα πώς έγινα. Άνεργος, χωρίς βιβλία, χωρίς γνώσεις, να τα παρατάω σε κάθε εμπόδιο ή δυσκολία που έρχεται μπροστά μου… Σε απογοήτευσα. Γιατί να μην είμαι ικανός ούτε για κάτι τόσο απλό; Γιατί να τα κάνω όλα χάλια; Γιατί; Εσύ δεν μου στέρησες τίποτα, όμως εγώ στέρησα πολλά από το παιδί μου. Κάθε βράδυ ο γιος μου, το εγγόνι σου, μου λέει «καληνύχτα μπαμπά, σε αγαπάω πολύ» και κάθε βράδυ σκέφτομαι το ίδιο πράγμα. Ότι δεν το αξίζω. Ότι δεν αξίζω την αγάπη του. Θυμάμαι που μου έλεγες να μην φοβάμαι μη και δεν βρω αυτό που έψαχνα, αλλά εγώ δεν βρήκα σχεδόν τίποτα από ό,τι ήθελα. Τώρα ,από εκεί που είσαι, μπορεί να νομίζεις ότι λέω ανοησίες, γιατί έχω ό,τι πολυτιμότερο, την οικογένεια μου, αλλά εγώ νιώθω ότι δεν είμαι αρκετά καλός γονιός, ότι δεν έχω πετύχει κάτι στην ζωή μου. Για άλλα με προόριζες και άλλα σου έφερα. « Όταν κάνεις σχέδια, ο θεός γελάει», λένε. Δεν πιστεύω βέβαια πως  γι’ αυτό δεν τα κατάφερα.  Απλώς, μπορεί να μην είμαι τόσο καλός όσο θα θέλαμε και οι δυο. Ή  μπορεί στον κόσμο που ζούμε να μην υπήρχε θέση και για μένα.

Σε αγαπάω πατέρα… και ξέρω ότι μπορείς να με ακούσεις από εκεί πάνω!

Η Θεοδώρα  Μικροπούλου  γράφει…

Αχ! αγαπημένε πατέρα, από μικρή με φρόντιζες σαν έναν θησαυρό, μου ‘μαθες να είμαι τίμια, να μην τα παρατάω στην κάθε δυσκολία, με δίδαξες καλύτερα κι από δάσκαλό μου, να μαθαίνω από τα λάθη μου, να αγαπάω τον κόσμο όπου ζω, να μην φοβάμαι. Μ’ έκανες να ενδιαφέρομαι για τις τέχνες, να εκφράζομαι μέσα απ’ αυτές. Να, ….  Έκανες τόσα πολλά για μένα… Κι εγώ; Εγώ ήμουν σωστή  κόρη απέναντί σου; Είμαι η σωστή κόρη για έναν τέτοιον άξιο πατέρα; Συγχώρεσε με  για την κάθε φορά που σε στεναχώρησα, για την κάθε φορά που σου φώναξα, για την κάθε φορά που σ’ έκανα να νιώσεις λίγος, ενώ στην πραγματικότητα είσαι τεράστιος. Συγχώρεσέ με πατέρα και σ’ ευχαριστώ. Σ’ ευχαριστώ για όλα εκείνα που έκανες για μένα, για τις φορές που σου φώναζα και σε στεναχωρούσα κι εσύ με ήρεμο τρόπο με έπαιρνες δίπλα σου και μου έλεγες πως δεν είναι αυτό σωστό, για τις αρετές που μου δίδαξες, για τον τρόπο που με μεγάλωσες, για αυτό το νανούρισμα. Σ’ ευχαριστώ που μου έμαθες να είμαι άνθρωπος.

Σ’ ευχαριστώ που είσαι ο πατέρας μου.

Η Αναστασία  Παπαγεωργίου  γράφει…

Ω! μπαμπά μου είχες δίκιο. Είχες για όλα δίκιο. Η ζωή είναι σκληρή. Γι΄αυτό πρέπει να έχεις θάρρος. Προσπαθώ μπαμπά. Προσπαθώ για σένα. Θέλω να είσαι περήφανος για μένα. Θα ήσουν άραγε; Η αλήθεια ειναι, έκανα πολλές λάθος επιλογές μέχρι να βρω τον δρόμο μου. Πάντα όμως υποστήριζα με σθένος την άποψή μου. Ξέρω για τι αγωνίζομαι. Ξέρω τι θέλω. Είσαι περήφανος μπαμπά μου; Μακάρι να ήσουν εδώ να μου το έλεγες ο ίδιος. Αντίθετα, τώρα χάνομαι στις σκέψεις και στα ερωτήματα μου για το τι θα μπορούσα να κάνω καλύτερα για να είσαι περήφανος. Η ζωή ειναι δύσκολη μπαμπά. Μου λείπεις. Μου λείπει η αγκαλιά σου στην οποία χανόμουν από όταν ήμουν μικρό παιδί μέχρι… που έφυγες. Μου λείπουν όλα  τα  δικά σου. Μακάρι να μην έπρεπε να φύγεις τόσο νωρίς. Η απουσία σου είναι ένα μεγάλο κενό στην καρδιά μου.

Θέλω να σε κάνω χαρούμενο εκεί που είσαι. Ω! μπαμπά, είχες για όλα δίκιο…

Η Θεοδοσία  Σαμουρκασίδου  γράφει…

Μπαμπά μου… Αγαπημένε μου μπαμπά….

Μου λείπεις…

Πόσο θα ήθελα να ήσουν εδώ.

Θα έδινα τα πάντα για μια στιγμή μαζί σου ακόμα.

Να δεις, να δεις ότι τα κατάφερα. Ότι μπορώ και μάχομαι και δεν καταθέτω εύκολα τα όπλα μου.

Κοιτάω ψηλά τώρα, χωρίς να ξεχνάω τι γίνεται γύρω μου και ότι να, τώρα είμαι εγώ ο καπετάνιος και τώρα κυριαρχώ εγώ την θάλασσα, με τις φουρτούνες της, αλλά και με τη γαλήνη της ,που ηρεμεί το μυαλό και την καρδιά μου.

Πατέρα μου, γλυκέ και όμορφε πατέρα μου.

Κάθε φορά που σε βλέπω στα όνειρά μου προσπαθώ να σε αγγίξω, μα ποτέ δεν τα καταφέρνω.

Μόλις πλησιάσω κοντά σου, χάνεσαι. Γίνεσαι σκόνη, γίνεσαι σαν αέρας που τον αναπνέουμε, που μπορούμε να τον νιώσουμε, αλλά δεν μπορούμε να τον αγγίξουμε.

Μου λείπει η σφιχτή σου αγκαλιά ,που όταν βρισκόμουν μέσα σε αυτήν, ένιωθα ότι γινόμασταν ένα,  ότι ακουμπούσα το σώμα σου που ήταν δυνατό, θαρραλέο και ανίκητο, και πλέον τα ξεχνούσα όλα και τίποτα δεν φοβόμουν πια.

Μου λείπει η φωνή σου, που κάθε φορά που την άκουγα, την θαύμαζα γιατί έλεγε λόγια που άγγιζαν την καρδιά κάθε ανθρώπου.

Μου λείπει η μυρωδιά σου τόσο πολύ… κάθε φορά που την ένιωθα έλεγα αυτός είναι ο “ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ” και ένιωθα υπερηφάνεια γι αυτό.

Μου λείπει η ψυχή σου, που δεν δίσταζες να τα δώσεις όλα για κάποιους που το είχαν ανάγκη, για την οικογένειά σου, αλλά και για μένα πατέρα μου.

Μα πάνω από όλα μου λείπεις ΕΣΥ.

Σε σκέφτομαι, σε νιώθω και  Σ’ ΑΓΑΠΑΩ.

 

 

 

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο

ΚατάTείχη

Αφήστε Σχόλιο